Monthly Archives: January 2014

Τι θα κάνατε αν βρισκόσασταν στην κοιλιά ενός τεράστιου κροκόδειλου;

Λογότυπο ΕΠΑΜ

Όχι, δεν αναφέρομαι στην πρόσφατη είδηση εξ Αυστραλίας για τα δυο 12χρονα αγοράκια που χάθηκαν γιατί αγνόησαν τις πινακίδες που έλεγαν, προσοχή κίνδυνος κροκόδειλοι. Αυτοί άλλωστε είναι κροκόδειλοι της άγριας φύσης και ακολουθούν τα ένστικτά τους. Επιτίθενται στην λεία τους όταν πεινούν και σταματούν όταν χορταίνουν. Το κάνουν επί εκατομμύρια χρόνια σε μια αέναη μάχη ενάντια στο χρόνο και τον άνθρωπο.

Τι κάνεις όμως αν βρεθείς στην κοιλιά ενός κροκόδειλου με ευγενική καταγωγή, τρόπους και ανατροφή από τα μεγαλύτερα σαλόνια της Δύσης; Δεν πρόκειται για εκείνους του άγριους κροκόδειλους που ξεσκίζουν το θύμα τους χωρίς να του αφήνουν κανένα περιθώριο αυταπάτης. Όχι βέβαια.

Πρόκειται για ένα ερπετό που του αρέσει να καταπίνει με μιας και ύστερα με την ησυχία του να χωνεύει, με το θύμα του να νομίζει ότι τα πάντα είναι δυνατά. Ακόμη και το να εγκατασταθεί μέσα στην κοιλιά του για πάντα. Οι ειδικοί λένε ότι μ’ αυτόν τον τρόπο το συγκεκριμένο είδος κροκόδειλου αποφεύγει τα στομαχικά προβλήματα και απολαμβάνει το γεύμα του περισσότερο.

Είναι μια τεχνική που μάλλον την έμαθε σε κάποιο από μεγάλα ευαγή ιδρύματα της πολιτισμένης Δύσης. Ίσως σε κάποιο Χάρβαρντ. Μάλλον έτσι δικαιολογείται και το τεράστιο μέγεθος αυτού του ερπετού.

Τι κάνεις λοιπόν; Αυτό το ερώτημα απασχολεί την θαυμάσια παράσταση στο Από Μηχανής Θέατρο, όπου μια ομάδα εξαίρετων ηθοποιών ανέβασε το σατιρικό διήγημα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Ο Κροκόδειλος. Νομίζω ότι αξίζει να την δει κανείς, όχι μόνο για να θαυμάσει το ταλέντο των συντελεστών της παράστασης, που δοκίμασαν με αξιοσημείωτη επιτυχία να μεταφέρουν στην σκηνή ένα σατιρικό διήγημα το οποίο δεν προοριζόταν για θεατρικό από τον συγγραφέα του, αλλά για να τον απασχολήσει στα σοβαρά και το θέμα του έργου.

Με την Ελλάδα ήδη βαθιά μέσα στην κοιλιά του κροκόδειλου, είναι κάτι παραπάνω από επίκαιρο το έργο αυτό του μετρ της Ρωσικής κλασσικής λογοτεχνίας. Ο Ντοστογιέφσκι ήξερε, ίσως καλύτερα από κάθε άλλον, να εντοπίζει και να αναλύει τα υπόγεια ρεύματα της εποχής του. Κι ενώ οι συντελεστές της παράστασης φρόντισαν να αποφύγουν την αλλοίωση του κειμένου, ο θεατής – τουλάχιστον ο υποψιασμένος – θα βρει πάρα πολλές αναλογίες με την σημερινή κατάσταση της Ελλάδας.

Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι θεατές θα ταυτιστούν με τον Ιβάν Ματβιέιτς στην κοιλιά του κροκόδειλου, μιας και η συντριπτική πλειοψηφία όλων μας βρίσκεται ήδη σ’ αυτήν την κατάσταση. Με την διαδικασία της πέψης να έχει ξεκινήσει.

Περί τίνος πρόκειται;

Βρισκόμαστε στην Αγία Πετρούπολη στις 13 Ιανουαρίου 1865. H Γιελιένα Ιβάνοβνα και ο σύζυγος της Ιβάν Ματβιέιτς επισκέπτονται μαζί με τον οικογενειακό τους φίλο, Σεμιόν Σεμιόνιτς, τη Στοά, όπου εκτίθεται ένας κροκόδειλος έναντι αντιτίμου. Ο Ιβάν Ματβιέιτς, ευυπόληπτος κρατικός υπάλληλος του Τσάρου, αρχίζει να πειράζει τον κροκόδειλο. Ξαφνικά το ερπετό τον καταπίνει. Ο Σεμιόν Σεμιόνιτς, η φωνή της κοινής λογικής στο έργο, ζητά από τον Γερμανό ιδιοκτήτη του ερπετού να ξεσκίσει τον κροκόδειλο και να γλιτώσει τον σύζυγο. Κάτι που ο Γερμανός ιδιοκτήτης απορρίπτει διότι συνιστά προκλητική παραβίαση του ιερού δικαιώματος της δικής του ιδιωτικής ιδιοκτησίας και συνιστά τεράστια απαξίωση του κεφαλαίου του. Τι είναι η ζωή ενός συζύγου μπροστά στο κεφάλαιό του;

Όμως ο Ιβάν Ματβιέιτς ζει και βασιλεύει, απλώς βρίσκεται μέσα στο σώμα του ερπετού. Το μόνο που τον ανησυχεί είναι πώς θα εκλάβουν το περιστατικό οι προϊστάμενοι του στην υπηρεσία. Επιπλέον, σ’ αυτήν την οικονομική κρίση που ζει η Ρωσία, δύσκολα θα μπορέσουν να ξεσκίσουν την κοιλιά ενός κροκόδειλου χωρίς αποζημίωση και ο παθών δεν διαθέτει χρήματα.

Ο φίλος του Σεμιόν Σεμιόνιτς αποφασίζει να επισκεφτεί τον Τιμοφιέι Σεμιόνιτς για βοήθεια, όμως εκείνος αρνείται να βοηθήσει μια και πάντα πίστευε ότι ο Ματβιέιτς θα είχε τέτοια κατάληξη, γιατί οι υπερβολικά μορφωμένοι άνθρωποι χώνονται παντού και κυρίως εκεί που δεν τους σπέρνουν. Προτείνει μάλιστα να κουκουλώσουν την όλη υπόθεση, γιατί είναι ύποπτη, ανήκουστη και δημιουργεί κακό προηγούμενο.

Ειδικά τώρα που η Ρωσία έχει ανάγκη τα ξένα κεφάλαια. Πώς θα προσελκύσουν ξένα κεφάλαια, αν απαξιώσουν το κεφάλαιο του Γερμανού ιδιοκτήτη του κροκόδειλου για την ζωή ενός ασήμαντου υπαλλήλου. Οι ξένοι επενδυτές πρέπει να προστατευθούν με κάθε τρόπο. Κι επομένως πρέπει να προστατεύσουν τον ξένο επενδυτή, τον Γερμανό ιδιοκτήτη του κροκόδειλου, αντί να προσπαθούν να ξεσκίσουν την κοιλιά του βασικού του κεφαλαίου.

Ο Ιβάν Ματβιέιτς θα πρέπει να αισθάνεται χαρά και περηφάνια που με δική του συμβολή πολλαπλασιάστηκε η αξία του ξένου κεφαλαίου. Βλέπετε, η είδηση του περιστατικού διαδόθηκε αστραπιαία στην Αγία Πετρούπολη και σχηματίστηκε τεράστια κοσμοσυρροή για να δουν τον κροκόδειλο. Η αυξημένη ζήτηση έφερε άνοδο στο αντίτιμο της εισόδου, μεγάλα κέρδη στον Γερμανό κεφαλαιούχο και έκανε τον κροκόδειλο ακόμη πιο πολύτιμο. Τέτοιες θυσίες χρειάζονται για να προσελκυστούν τα ξένα κεφάλαια.

Και ενώ ο Σεμιόν Σεμιόνιτς ανησυχεί για τον φίλο του, το θύμα αντί να ανησυχεί, σκέφτεται πώς να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Πώς επιτέλους έχει όλο τον χρόνο για να σκεφτεί και να λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Πώς βρίσκεται σε μια ιδανική θέση για να δώσει πολύτιμες πληροφορίες στις φυσικές επιστήμες. Πώς με τις διαλέξεις του μέσα από την κοιλιά του κροκόδειλου σε σαλόνια και ακαδημίες, θα είναι περιζήτητος. Συνεπώς το γεγονός ότι τον κατάπιε ο κροκόδειλος συνιστά για τον ίδιο μια θαυμάσια ευκαιρία για λαμπρή σταδιοδρομία.

Εκεί λοιπόν θα παραμείνει, μέσα στην κοιλιά του κροκόδειλου, πάση θυσία. Ξεχνώντας βεβαίως ότι το αναπόφευκτο και απολύτως φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας περιπέτειας στην κοιλιά ενός τέτοιου θηρίου είναι η πέψη και η αφόδευση του θύματος.

Η ιστορική ιδιομορφία του ρωσικού καπιταλισμού

Όπως είναι φανερό ο Ντοστογιέφσκι αναφέρεται σε μια εποχή όπου η τσαρική Ρωσία ήθελε να εκσυγχρονιστεί με την βοήθεια ξένων κεφαλαίων. Δεν αναφέρεται στον καπιταλισμό γενικά, αλλά για τον τρόπο που η τσαρική Ρωσία θα βίωνε αναγκαστικά την ορμητική άνοδο του καπιταλισμού στο έδαφός της.

Μαζί με τη Βρετανία, η τσαρική Ρωσία ήταν οι μόνες μεγάλες δυνάμεις που άφησε φαινομενικά «αμόλυντες» το επαναστατικό κύμα του 1848-’71, το οποίο πέρα από οτιδήποτε άλλο έδωσε τη χαριστική βολή στην «ισορροπία δυνάμεων» της συνθήκης της Βιέννης (1815) και της Ιερής Συμμαχίας. Στις συνθήκες αυτές η αναμέτρηση της Ρωσίας με τα διεθνή συμφέροντα της Βρετανίας ήταν κάτι παραπάνω από προδιαγεγραμμένη.

Ορόσημο για την καθυστερημένη, αλλά θυελλώδη «είσοδο» της τσαρικής Ρωσίας στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού αποτέλεσε η ήττα της στον πόλεμο της Κριμαίας. «Ο Πόλεμος της Κριμαίας (1854-56) ενάντια στην Τουρκία, Αγγλία, Γαλλία και Σαρδηνία αποκρυστάλλωσε την ογκούμενη πεποίθηση στο μυαλό των ανώτερων τάξεων της Ρωσίας ότι ο ανταγωνισμός – είτε στρατιωτικός, είτε οικονομικός – με την εκβιομηχανισμένη Δυτική Ευρώπη σήμαινε καταστροφή και επομένως η παλιά τάξη πραγμάτων έπρεπε να φύγει»[1]. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν, αν και αναιμικές, είχαν σαν στόχο να αντιμετωπίσουν την οικονομική αδυναμία του καθεστώτος με την κατά προτεραιότητα ενίσχυση της καπιταλιστικής επιχείρησης, τόσο στην πόλη, όσο και στο χωριό.

Έτσι, η ανάγκη να θωρακιστεί από το «επαναστατικό μίασμα» και ταυτόχρονα να διεκδικήσει ανταγωνιστικό μερίδιο στο διεθνή επεκτατισμό της μεγάλης βιομηχανίας, που εκείνη την εποχή αντιπροσώπευε κατά κύριο λόγο η Βρετανία, εξανάγκασε τον τσαρισμό να αναζητήσει νέα κοινωνικά και πολιτικά στηρίγματα του καθεστώτος. Κι αυτά προσπάθησε να τα οικοδομήσει μέσα από τη συμμαχία του με τις κορυφές της ρωσικής αστικής τάξης, κυρίως με τους μεγιστάνες της βιομηχανίας.

Στα πλαίσια αυτά το τσαρικό κράτος ανέλαβε την πρωτοβουλία να ενισχύσει με κάθε θυσία την ανάπτυξη της βιομηχανίας μέσα κυρίως από τον απευθείας εξωτερικό δανεισμό, το άνοιγμα του στις διεθνείς χρηματαγορές και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Οικοδόμησε επίσης ένα ανταγωνιστικό πλέγμα προστασίας προς όφελος της μεγάλης μεταποιητικής βιομηχανίας και διέθεσε τα τεράστια αποθέματα πρώτων υλών της ρωσικής αυτοκρατορίας στις κερδοσκοπικές ορέξεις του ντόπιου και ξένου μεγάλου κεφαλαίου. Παράλληλα προσπάθησε να μετατρέψει το ρούβλι σε «ισχυρό νόμισμα», σε διεθνές μέσο πληρωμών, μέσω της δημιουργίας σημαντικού αποθέματος χρυσού – εξ ιδίας παραγωγής – και την επιβολή του χρυσού κανόνα.

Όλα αυτά βέβαια δεν έγιναν με μιας και ούτε υπήρξαν ως αποτέλεσμα μιας άνωθεν ξεκάθαρης πολιτικής επιλογής. Ιδιαίτερα στις συνθήκες ενός καθεστώτος, όπως το τσαρικό, το οποίο διακρινόταν διεθνώς για τις «δυνάμεις αδρανείας» του και το βαθιά αντιδραστικό του χαρακτήρα. Η αναγκαιότητα να περάσει η Ρωσία στο δρόμο μιας γρήγορης, αν και ιστορικά ιδιόμορφης, καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης, δεν το επέβαλαν μόνο οι πολιτικές βλέψεις και οι ανάγκες της απολυταρχίας, αλλά πρώτα απ’ όλα οι ανταγωνιστικές συνθήκες στην παγκόσμια αγορά και η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, η οποία, μετά από ένα πρωτοφανές όργιο διεθνούς κερδοσκοπικής επέκτασης κύρια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ξέσπασε για πρώτη φορά στην ιστορία του συστήματος το 1873 και είχε διάρκεια περίπου για δυο δεκαετίες.

Γενικά, οι πόλεμοι που ξεσπούν απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα (όπως ο πόλεμος της Κριμαίας, ο αμερικανικός εμφύλιος, οι αμερικανοβρετανικοί πόλεμοι για τη λατινική Αμερική, ο γαλλοπρωσικός, κλπ.), μαζί με τους περιοδικούς κερδοσκοπικούς κλονισμούς της παγκόσμιας οικονομίας, που κορυφώθηκαν με την παγκόσμια κρίση του 1873-96, θα γεννήσουν ένα νέο σύστημα μεγάλων δυνάμεων, το οποίο με όρους ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού θα «σφραγίσει» τελικά τη διεθνή οικονομία και πολιτική έως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Ειδικά, όμως, για τη Ρωσία η κρίση υπήρξε πολύ πιο επώδυνη και παρατεταμένη. Ουσιαστικά ξεσπά αμέσως μετά το τέλος του πολέμου της Κριμαίας. «Μια μανία κερδοσκοπίας ξεσπά αμέσως μετά τον Πόλεμο της Κριμαίας, την οποία ακολούθησε η χρηματιστική κρίση του 1858-9. Το ίδιο και ο πυρετός ανάπτυξης των σιδηροδρόμων στα τέλη της δεκαετίας του ’60, που οδήγησε ξανά στη κρίση του 1873-4. Η κερδοσκοπία απέκτησε μεγαλύτερες διαστάσεις παρά ποτέ από το 1878 έως το 1880, για να την ακολουθήσει μια ύφεση εφτά ετών»[2].

Η κρίση αυτή δεν θα ολοκληρωθεί παρά προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890, αφού συνδυαστεί με μια οξεία εμπορική και αγροτική κρίση, όπως και με περιοδικούς λοιμούς, που σαρώνουν τη χώρα από το 1891 έως τις αρχές του νέου αιώνα. Η διαδικασία αυτή ήταν που έδωσε πλέον τη χαριστική βολή στις παραδοσιακές πατριαρχικές σχέσεις, οι οποίες κυριαρχούσαν ακόμη και στα εργοστάσια, ενώ εξάρτησαν την άνοδο του ρωσικού καπιταλισμού από τα διεθνή κυκλώματα χρηματιστικής κερδοσκοπίας.

«Επομένως η Βιομηχανική Επανάσταση ενθαρρύνθηκε στη Ρωσία, όχι γιατί οι άρχουσες τάξεις το ήθελαν, ή ένιωθαν οποιαδήποτε αποστροφή για τις κοινωνικές της επιπτώσεις, αλλά γιατί φαινόταν ως η μοναδική εναλλακτική στο οικονομικό χάος. Έτσι, ή αλλιώς οι νέες μέθοδοι είχαν ήδη αρχίσει να εισάγονται από ξένους και Ρώσους καπιταλιστές, οπότε στην αρχή η πρωτοβουλία της γραφειοκρατίας ήταν κάτι λίγο περισσότερο από μια προσπάθεια να ελέγξει την κατάσταση που είχε ήδη εμφανιστεί»[3].

Οι συνθήκες αυτές πυροδότησαν – μετά το μεγάλο λοιμό του 1891 και ιδίως με το διορισμό του Σέργκεϊ Βίτε σε υπουργό οικονομικών και εμπορίου του τσάρου (1892-1903) – μια εκρηκτική ανάπτυξη του βιομηχανικού κεφαλαίου, μια ορμητική είσοδο στην εποχή των πρώτων μονοπωλιακών ενώσεων στο έδαφος της Ρωσίας, που από άποψη επιπέδου συγκέντρωσης κεφαλαίου και εργατικής δύναμης δεν υστερούσαν καθόλου από το αντίστοιχο επίπεδο των ανεπτυγμένων χωρών της εποχής εκείνης[4].

Ωστόσο, αυτή η ραγδαία άνοδος του καπιταλισμού στη Ρωσία είχε σοβαρές ιδιομορφίες. Καταρχάς εξαρτιόταν άμεσα από την εισαγωγή ξένου κεφαλαίου, πρώτα και κύρια δανειακού, που τουλάχιστον στην αρχή μόνο το τσαρικό κράτος μπορούσε να εξασφαλίσει προς όφελος της ρωσικής αστικής τάξης.

Δεύτερο, πόνταρε όχι τόσο στην «ενεργή ζήτηση» της εσωτερικής και εξωτερικής αγοράς για την παραγωγή της «εθνικής οικονομίας», όσο στην υπερδιογκωμένη καταναλωτική δαπάνη του τσαρικού κράτους, τον παρασιτικό καταναλωτισμό της ρωσικής αριστοκρατίας και το κερδοσκοπικό ενδιαφέρον του ξένου κεφαλαίου, κύρια για τις διαθέσιμες πρώτες ύλες και τη ντόπια χρηματαγορά.

Τρίτο, θεμελιωνόταν σε μια απροκάλυπτα ληστρική εκμετάλλευση του προλεταριάτου και της αγροτικής υπαίθρου, αξιοποιώντας πλήρως το υπάρχον απολυταρχικό σύστημα καταπίεσης.

Έτσι είχαμε μια περίεργη κατάσταση, όπου η Ρωσία στις αρχές του 20ου αιώνα, απ’ την μια, «ήταν μια χώρα με υψηλά ανεπτυγμένο βιομηχανικό καπιταλισμό, του οποίου επιπλέον η άνοδος υπήρξε ταχύτερη απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα»[5]. Κι απ’ την άλλη, παρέμεινε μια χώρα παραγωγικά καθυστερημένη και από την άποψη του διεθνούς καταμερισμού εργασίας υποβαθμισμένη, κυρίως αγροτική.

Ο κύριος λόγος γι’ αυτή την εσωτερική αντίφαση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Ρωσία βρίσκεται σ’ αυτό που εξηγεί ο μπολσεβίκος ιστορικός Μ. Ν. Ποκρόφσκι: «Η Ρωσία μπήκε στο δρόμο του καπιταλισμού αργότερα από όλες τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η ρώσικη καπιταλιστική βιομηχανία έπρεπε να αναπτυχθεί υπό συνθήκες ανελέητου ανταγωνισμού, τόσο στην εσωτερική, όσο και ειδικά στην εξωτερική αγορά, με την ισχυρότατη βιομηχανία της Δυτικής Ευρώπης, η οποία είχε συγκροτηθεί νωρίτερα. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο «στρατιωτικός-φεουδαρχικός ιμπεριαλισμός» της απολυταρχίας ήταν ένας απαραίτητος όρος για την ανάπτυξή της, ακόμη και για την ίδια την ύπαρξή της. Η τεράστια συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων και διαθέσιμων πόρων που είχε επιτευχθεί από τον τσαρισμό με τη βοήθεια απίστευτα σκληρών μεθόδων και η οποία τελικά αποτέλεσε εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη, παρόλα αυτά βοήθησε το ρώσικο καπιταλισμό να «αποκρούσει» τους ανταγωνιστές του. Η ρώσικη αστική τάξη δεν διέθετε τη δύναμη να δημιουργήσει τη δική της στρατιωτική δικτατορία, όπως η γαλλική αστική τάξη είχε κάνει τις μέρες της Πρώτης Αυτοκρατορίας. Δεμένη με γάμο συμφέροντος με το σάπιο πτώμα της αριστοκρατίας, ή ίδια η αστική τάξη μολύνθηκε από την παρακμή της και χάθηκε από γεροντική άνοια σε μια ηλικία που η αστική τάξη της Δυτικής Ευρώπης βρισκόταν ακόμη στην ακμή της»[6].

Ωστόσο, η κατάσταση υπήρξε περισσότερο σύνθετη. Η «αδυναμία» της αστικής τάξης στη Ρωσία δεν ήταν απλά προϊόν της ιστορικά καθυστερημένης καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης, ούτε μόνο, ή κύρια της οργανικής της σχέσης με την απολυταρχία. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός αποδείχτηκε ακόμη πιο «δεμένος» με τον τσαρισμό, απ’ ότι ήταν ο εμπορικός καπιταλισμός προηγούμενα. Κι αυτό γιατί το βιομηχανικό κεφάλαιο έχει μεγαλύτερη ανάγκη από το παραδοσιακό εμπορικό κεφάλαιο, το διεθνή επεκτατισμό και την κατάκτηση της παγκόσμιας αγοράς. Κι αυτό για τη τσαρική Ρωσία συνέβη σε μια εποχή αυξημένου ανταγωνισμού ανάμεσα σε μια σειρά χώρες, όχι μόνο για μερίδια στις διεθνείς αγορές, αλλά και για σφαίρες εξαγωγής και τοποθέτησης κεφαλαίου.

Η «μητέρα Ρωσία» για να διατηρήσει το «μητροπολιτικό» της ρόλο, να υπερασπίσει τα διεθνή ζωτικά της συμφέροντα και να επεκτείνει την αυτοκρατορία της, έπρεπε να «εκμοντερνιστεί» με όρους μεγάλης βιομηχανίας. «Χωρίς σιδηροδρόμους και μηχανολογικές βιομηχανίες η Ρωσία δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής μέσα στα σύνορά της. Η επιρροή της στην Ευρώπη θα κατρακυλήσει σε ένα επίπεδο εντελώς αναντίστοιχο με τη διεθνή της δύναμη και την ιστορική της σπουδαιότητα»[7], τόνιζε ο Σέργκει Βίτε στον τσάρο Αλέξανδρο ΙΙ. Και από τη δική του ταξική σκοπιά είχε δίκιο.

Για να ανταγωνιστεί, λοιπόν, η Ρωσία με επιτυχία, για να διεκδικήσει το μερίδιό της στις διεθνείς εξελίξεις και την παγκόσμια ιστορία, ήταν αναγκασμένη να στραφεί για κεφάλαια και παραγωγική τεχνογνωσία στους ίδιους τους ανταγωνιστές της. Την εποχή μάλιστα του ανερχόμενου καπιταλιστικού μονοπωλίου και της ολοένα πιο βίαιης σύγκρουσης για αγορές και σφαίρες επιρροής. «Αν μια χώρα» έγραφε ο Βίτε σε μια μυστική έκθεση προς τον τσάρο Νικόλαο ΙΙ στα 1900, «δεν είναι πλούσια σε δικό της κεφάλαιο, αλλά κράτος και βιομηχανία το χρειάζονται επειγόντως, τότε δεν υπάρχει καμμιά άλλη διέξοδος στην κατάσταση εκτός από το να προσελκύσουμε κεφάλαιο από το εξωτερικό. Αν όμως αυτό το ξένο κεφάλαιο καθοδηγηθεί προς την ανάπτυξη της εθνικής βιομηχανίας, τότε η τελευταία επωφελείται επίσης από την εισροή της πιο έμπειρης, ενημερωμένης και ριψοκίνδυνης ξένης επιχειρηματικότητας [και τότε] οι ξένοι καπιταλιστές θα ενδιαφερθούν για την τύχη της ακόμη και σε περιόδους πολιτικής αναταραχής. Ωστόσο, οι ανάγκες μας για κρατικές πιστώσεις μπορούν να ικανοποιηθούν με πιο ασφαλή τρόπο από τις εγχώριες αποταμιεύσεις, μιας και κατά τη γνώμη μου είναι επιβλαβές και ανάξιο για μια μεγάλη αυτοκρατορία να εκθέσει την εξωτερική της πολιτική στον κίνδυνο πιέσεων από ξένα χρηματιστήρια, κάτι αναπόφευκτο εάν όλα τα κρατικά μας ομόλογα πουληθούν στο εξωτερικό. Λόγω της έλλειψης εγχώριου κεφαλαίου, λόγω της ανάγκης να δαπανούμε ένα σημαντικό μέρος των εθνικών αποταμιεύσεων για κρατικές ανάγκες, ιδίως για να αυξήσουμε την πολεμική μας ετοιμότητα και να επεκτείνουμε το δίκτυο σιδηροδρόμων, η απαραίτητη ανάπτυξη της βιομηχανίας μας μπορεί να συμβεί μόνο με την απευθείας βοήθεια από το ξένο κεφάλαιο… Μόνο τότε είναι σε θέση η μαζική βιομηχανία να αναπτυχθεί εδώ με τον απαραίτητο εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος θα οδηγήσει να φθηνύνει το προϊόν της και επομένως όχι μόνο να αυξηθεί η εσωτερική κατανάλωση, αλλά και να εξαχθούν στο εξωτερικό τα πλεονάσματα»[8].

Η προσφυγή στο ξένο κεφάλαιο οδήγησε τον ανερχόμενο ρωσικό βιομηχανικό καπιταλισμό σε μια ολόπλευρη εμπορική, παραγωγική και χρηματιστική εξάρτηση. Σύμφωνα με στοιχεία[9] της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, από το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου των μεταλλουργικών επιχειρήσεων στη Ρωσία, το 67% ανήκε σε ξένους επενδυτές. Στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες χυτοσιδήρου και χάλυβα στο Βορρά το ποσοστό ανερχόταν στο 85%. Στις μεγαλύτερες πολωνικές μεταλλουργικές επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις άνθρακα του Ντονμπάς, το ποσοστό ξένου ελέγχου ανερχόταν στο 50%. Στις μετοχικές επιχειρήσεις με αντικείμενο τις μεταφορές (κύρια σιδηρόδρομοι) το ποσοστό της ξένης συμμετοχής ήταν 40,6%. Στην υφαντουργική βιομηχανία ο βαθμός ξένης συμμετοχής ήταν ο χαμηλότερος και βρισκόταν στο 25%. Ενώ στον τραπεζικό τομέα το ξένο κεφάλαιο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ισχυρών ντόπιων χρηματιστικών ομίλων.

Όμως, η κύρια μορφή εξάρτησης της Ρωσίας ήταν η χρηματιστική και εκφραζόταν κυρίως μέσω ενός εντυπωσιακού κρατικού εξωτερικού χρέους. Η Ρωσία επιβαρύνθηκε με ένα εξωτερικό χρέος, που στις αρχές του 20ου αιώνα υπερέβαινε κατά πολύ τη συνολική αξία των εξαγωγών της. «Μέσα στις δυο δεκαετίες που πέρασαν από τότε [τη σύναψη της εμπορικής εκεχειρίας με τη Γερμανία το 1894] έως τον Παγκόσμιο Πόλεμο, το συνολικό κρατικό χρέος της Ρωσίας αυξήθηκε από 5.775.000.000 σε περίπου 8.800.000.000 χρυσά ρούβλια. Το κομμάτι που αντιστοιχούσε στο εξωτερικό χρέος αυξήθηκε από 1.773.000.000 χρυσά ρούβλια την 1η Ιανουαρίου 1895, σε 4.229.000.000 την 1η Ιανουαρίου 1914, δηλαδή από 30 σε 48% του συνόλου. Η Γαλλία, στρατιωτικός σύμμαχος της Ρωσίας, κατείχε τα τέσσερα πέμπτα του στενά κυβερνητικού χρέους και έτσι ήταν σε θέση να φροντίσει ώστε οι στρατιωτικοί σιδηρόδρομοι και οι άλλες πολεμικές προετοιμασίες δεν θα υστερούσαν. Η Μεγάλη Βρετανία κρατούσε το περισσότερο από το υπόλοιπο. Από ένα συνολικό ποσό ξένων βιομηχανικών επενδύσεων της τάξης των δύο δισεκατομμυρίων ρουβλιών, η Γαλλία κατείχε σχεδόν το ένα τρίτο, η Μεγάλη Βρετανία το ένα τέταρτο, η Γερμανία και το Βέλγιο από ένα έκτο η καθεμιά. Σταδιακά μια περίεργη κατάσταση εμφανίστηκε, στην οποία η κεντρική Ευρώπη [κυρίως η Γερμανία] έλεγχε τη μερίδα του λέοντος στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας, εισπράττοντας ένα γενναιόδωρο εμπορικό ισοζύγιο κάθε χρόνο, ενώ η δυτική Ευρώπη εισέπραττε ένα επιβαρυμένο ισοζύγιο πληρωμών σε επενδύσεις στη Ρωσία και ασκούσε μεγάλη επιρροή, μέσω του προϋπολογισμού, στις πολιτικές του ρωσικού κράτους»[10].

Το γεγονός ότι τελικά τα συμφέροντα του αγγλογαλικού «μπλοκ» υπερίσχυσαν στην πολιτική της τσαρικής Ρωσίας, δεν είναι βέβαια καθόλου άσχετο από τις συγκεκριμένες σχέσεις εξάρτησης του ρωσικού καπιταλισμού με τις ανταγωνίστριες χώρες του ιμπεριαλισμού.

Ο ρωσικός καπιταλισμός, μέσω κυρίως της εξάρτησής του από το ξένο κεφάλαιο, αναγκάστηκε να εξωτερικεύσει την οξύτατη πάλη για το διαμελισμό του κόσμου, που διεξάγεται όλο και πιο ανελέητα αυτή την εποχή ανάμεσα στις ισχυρότερες χώρες του νεότευκτου μονοπωλιακού καπιταλισμού. Να μετατραπεί ο ίδιος σε έρμαιο, αλλά και σε μια από τις πιο σημαντικές εφεδρείες – λόγω κυρίως των αυτοκρατορικών του διαστάσεων – για καθέναν από τους αντιμέτωπους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς της εποχής στην πάλη τους για τη διανομή και την αναδιανομή της υφηλίου, που τελικά θα οδηγήσει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική υλική βάση που μετέτρεψε την τσαρική Ρωσία σε «αδύνατο κρίκο» της παγκόσμιας αλυσίδας του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού για το διαμελισμό του κόσμου. «Αυτός ο διαμελισμός του κόσμου από μια χούφτα χώρες…», παρατηρούσε εύστοχα ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ, «ήταν η πιο εντυπωσιακή εκδήλωση της αυξανόμενης διχοτόμησης της υφηλίου σε ισχυρούς και αδύναμους, σε «ανεπτυγμένους» και «καθυστερημένους»…»[11].

Η διχοτόμηση, όμως, αυτή δεν γινόταν με όρους αντιπαράθεσης του καπιταλισμού με προγενέστερα συστήματα, δηλαδή ως επιβολή του ανεπτυγμένου καπιταλισμού σε ιστορικά ξεπερασμένους τρόπους παραγωγής, αλλά στο έδαφος του ιμπεριαλισμού, του οποίου η οικονομική ουσία ήταν ο διεθνής επεκτατισμός του ανερχόμενου καπιταλιστικού μονοπωλίου. Η διχοτόμηση, λοιπόν, δεν ήταν τόσο ανάμεσα σε «βιομηχανικές» και «αγροτικές» περιοχές του πλανήτη, όσο ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες χώρες, σε χώρες-δουλοκτήτες και σε χώρες-δούλους, κατά τη γνωστή προσφιλή έκφραση του Λένιν.

Κι αυτό γινόταν με όρους διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Μόνο που αυτός ο διεθνής καταμερισμός εργασίας δεν καθοριζόταν τώρα πια από το χαρακτήρα και τις ροές του διεθνούς εμπορίου, ή το κατακτημένο «εθνικό» επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά κυρίως από την εξαγωγή κεφαλαίου και τη δυνατότητα άντλησης μονοπωλιακού υπερκέρδους από χώρες εξαρτημένες, ή και ανταγωνίστριες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η ίδια η έννοια της καθυστέρησης, της ανισομέρειας και της ανισότητας διεθνώς άλλαζε δραστικά περιεχόμενο. Δεν συνδέονταν πλέον με την επιβίωση «ιστορικών κατάλοιπων», αλλά με την αναπαραγωγή τους στο έδαφος του ιμπεριαλισμού και του μονοπωλίου. Η «ιστορική καθυστέρηση» μιας χώρας μετασχηματιζόταν από εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, σε οργανικό στοιχείο της εξαρτημένης ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ειδικότερα στη Ρωσία, η τσαρική απολυταρχία επιβίωσε όχι ως αναγκαίο κακό από το παρελθόν, ως «ιστορικό κατάλοιπο», αλλά ως ζωτικής σημασίας «δικλείδα ασφαλείας», τουλάχιστον έως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόσο για τα οικονομικο-πολιτικά συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, όσο και της ανόδου του μονοπωλιακού κεφαλαίου στη χώρα, που διακρινόταν για τις οργανικές του σχέσεις με το ξένο κεφάλαιο. Επομένως η παραγωγική καθυστέρηση και η υποβάθμιση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, δεν οφειλόταν τόσο σε «ιστορικά κατάλοιπα», αλλά στην ίδια την ανάπτυξη του ρωσικού βιομηχανικού καπιταλισμού υπό το καθεστώς των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών της εποχής.

Σε μια παγκόσμια αγορά όπου μέτρο της δύναμης μιας χώρας και του ρόλου που διεκδικεί στις διεθνείς σχέσεις, ήταν όλο και περισσότερο η εξαγωγή κεφαλαίου και τα «πρόσθετα κέρδη» από το εξωτερικό, η Ρωσία είχε μεταβληθεί σε χώρα εισαγωγής κεφαλαίου και κερδοσκοπικής προσάρτησης της οικονομίας και της πολιτικής της από τις κυρίαρχες δυνάμεις του ιμπεριαλισμού. Ο «εκμοντερνισμός» της Ρωσίας δεν εξαρτιόταν πια από τις γνωστές παραδοσιακές εσωτερικές αντιθέσεις, αλλά πρώτα και κύρια από τον τρόπο που συγκροτείται αυτή την εποχή η παγκόσμια οικονομία του κεφαλαίου.

Καταλύτης πλέον δεν ήταν ο όποιος ρόλος της απολυταρχίας, ή στενά της ρωσικής αστικής τάξης, αλλά πρωταρχικά οι σχέσεις εξάρτησης του κυρίαρχου συστήματος πολιτικής οικονομίας στη Ρωσία με το ξένο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Κι αυτές ακριβώς οι σχέσεις εξάρτησης και «εκμοντερνιμού» ήταν που αναπαρήγαγαν αναγκαία την καθυστέρηση και την υποβάθμιση, μέσα από κάθε τους βήμα ανάπτυξης.

Στα 1909 ένα άρθρο με τίτλο «κατανοώντας τη Ρωσία» στην αστική εφημερίδα της Αγ. Πετρούπολης Βέστνικ ζνάνιγια, που εξέφραζε κυρίως το βιομηχανικό κεφάλαιο, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αν κάποιος κοιτάξει το σύνολο της εικόνας μένει με τη συντριπτική εντύπωση ότι αυτή η τεράστια χώρα είναι πλέον σίγουρο ότι διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη και πέφτει ακόμη περισσότερο στην άβυσσο της καθυστέρησης… Ανάμεσα στους πολιτισμένους λαούς είμαστε ο λαός της φτώχειας! Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μέσο ετήσιο εισόδημα είναι 346 ρούβλια, στη Βρετανία 273, στη Γαλλία 233, στη Γερμανία 184 και στη δική μας χώρα 63. Και αντί να κλείνουμε τη ψαλίδα, μένουμε όλο και πιο πίσω. Ολόγυρά μας τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις συγκεντρώνονται, ενώ εμείς γινόμαστε φτωχότεροι»[12].

Ο Κονοβάλοφ, ένας από τους επιφανέστερους Ρώσους βιομηχάνους της εποχής εκείνης, δήλωνε στα 1911: «Με δεδομένη την αργή μας πρόοδο οι διεθνείς ανταγωνιστές μας μπορούν να μείνουν ήσυχοι, η κυριαρχία τους πάνω στη Ρωσία είναι εξασφαλισμένη. Γι’ αυτούς, η πορεία μας προς τα μπρος, αν κριθεί με τα μέτρα της Δυτικοευρωπαϊκής εξέλιξης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κίνηση προς τα πίσω»[13].

Μόνο που το πρόβλημα δεν βρισκόταν απλά στην «αδυναμία» της αστικής τάξης, στην «υπανάπτυξη» του ρωσικού καπιταλισμού, ούτε απλά στην επιβίωση ενός ιστορικά παρωχημένου απολυταρχικού καθεστώτος. Αντίθετα, το πρόβλημα βρισκόταν στην ίδια τη δυναμική ανάπτυξης του ρωσικού καπιταλισμού, στον τρόπο, τα μέσα και τις σχέσεις εξάρτησης μέσα από τις οποίες αντλούσε δυνάμεις και εφεδρείες.

Σ’ αυτήν ακριβώς τη βάση, δηλαδή στη βάση της εξαρτημένης δυναμικής του ρωσικού καπιταλισμού, επιβίωσε ο τσαρισμός. Γι’ αυτό και ο κλονισμός του τελευταίου και τελικά η ανατροπή του, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει ως αποτέλεσμα της παραπέρα ανάπτυξης του καπιταλισμού γενικά, αλλά μονάχα ως ιστορικό προϊόν της κρίσης του συστήματος ιμπεριαλιστικής εξάρτησης του ρωσικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μόνο στην βάση αυτή θα μπορούσε να ανατραπεί ο τσαρισμός.

Όπως και συνέβη πραγματικά κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, με αποτέλεσμα την Ρωσική επανάσταση το Φεβρουάριο του 1917. Τότε μπόρεσε ο Ρωσικός λαός να βρει τις δυνάμεις για να διαρρήξει την κοιλιά του κροκόδειλου και να βγει στο φως. Έστω κι αν ιστορικά απέτυχε τελικά να παραμείνει έξω και σήμερα σφαδάζει στην κοιλιά ενός νέου κροκόδειλου.

Και τώρα τι κάνουμε;

Η Ελλάδα είχε την δική της ιστορική πορεία για την κοιλιά του κροκόδειλου. Ειδικά σήμερα η χώρα ολόκληρη και ο λαός της βρίσκεται στην κοιλιά του τεράστιου ερπετού με την πέψη να έχει ξεκινήσει και με την αφόδευση να ακολουθεί.

Την ίδια ώρα πολιτικά κόμματα της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, μαζί μ’ έναν ολόκληρο κόσμο εικονικής πραγματικότητας προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα γαστρικά υγρά της πέψης στην κοιλιά του ερπετού (όπως το χρέος, το νόμισμα, το καθεστώς δεσμεύσεων, κοκ) δεν είναι παρά ένα δευτερεύον ζήτημα, ένα απλό θέμα διαφορετικής διαχείρισης.

Κι ενώ η φωνή της κοινής λογικής βοά ότι η χώρα και ο λαός θα πρέπει το ταχύτερο δυνατό να διαρρήξουν με κάθε πρόσφορο μέσο και τρόπο την κοιλιά του ερπετού πριν ολοκληρωθεί η πέψη, προσπαθούν άπαντες να μας πείσουν ότι το όλο θέμα είναι ποιος θα διαχειριστεί την πεπτική διαδικασία. Πώς να την κάνει πιο ανώδυνη και υποφερτή για όλους εμάς. Οι Σαμαροβενιζέλοι, ή Τσιπροκαμμένοι;

Βεβαία υπάρχουν κι εκείνοι που δεν τους απασχολεί η δραπέτευση το ταχύτερο δυνατό από την κοιλιά και το παχύ έντερο του κροκόδειλου, γιατί πολύ απλά είναι πιθανό να σε καταπιεί άλλος κροκόδειλος. Κάτω οι κροκόδειλοι φωνάζουν, κάτω ο καπιταλισμός, την ίδια ώρα που η χώρα και ο λαός της τελεί υπό πέψη.

Όσο υπάρχουν κροκόδειλοι δεν έχει καμιά σημασία να δραπετεύσεις εδώ και τώρα από τον κροκόδειλο που σε έχει καταπιεί, γιατί μπορεί να σε καταπιεί ξανά αργότερα κάποιος άλλος. Χαμένος κόπος. Πρώτα να τελειώσουμε με όλους τους κροκόδειλους και ύστερα να δραπετεύσουμε γιατί έτσι θα είμαστε πιο σίγουροι. Έτσι μας λένε.

Ενώ κάποιοι άλλοι, οι πιο συνετοί, οι πιο φιλόζωοι, μας λένε: εμείς δεν θέλουμε να φύγουμε την κοιλιά του ερπετού, δηλαδή την Ευρώπη, μια και δεν ξέρουμε τι θα προβλήματα θα αντιμετωπίσουμε εκεί έξω. Η κοιλιά του ερπετού είναι το μόνο σίγουρο μέρος που ξέρουμε. Άσε που το κακόμοιρο το ερπετό μπορεί να πεθάνει, άμα εμείς διαρρήξουμε την κοιλιά του. Τι θα πει τότε η φιλόζωη διεθνής κοινότητα; Τι θα πουν για τον πολιτισμό μας; Τέτοιο κρίμα δεν το θέλουμε στο λαιμό μας.

Επομένως το αν τελούμε υπό πέψη από τα γαστρικά υγρά του ερπετού, συνιστά δευτερεύον ζήτημα. Το βασικό είναι να πείσουμε το ίδιο το ερπετό να σταματήσει την πέψη! Κι αν δεν σταματήσει τότε βλέπουμε τι κάνουμε! Στο κάτω-κάτω της γραφής αν δεν συμμορφωθεί θα το αναγκάσουμε να μας ξεβράσει έξω το ίδιο. Υπάρχει πάντα ο εμετός και η διάρροια, μας λένε και μας κλείνουν το μάτι.

Κι αν βρεθεί κανείς να τους πει ότι δεν υπάρχει χρόνος και τρόπος γιατί όπου νάναι θα μας χωνέψει και θα μας αφοδεύσει το μεγάλο ερπετό, του απαντούν αφοπλιστικά: τουλάχιστον τότε θα βρεθούμε χωρίς δική μας ευθύνη εκτός. Ναι, αλλά σε τι κατάσταση!

Όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο, όσο κι αν δεν το διανοείστε, αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα κι ο λαός της. Στην κοιλιά ενός τεράστιου κροκόδειλου που έχει ξεκινήσει να μας χωνεύει και προετοιμάζεται να μας αφοδεύσει. Όλα τα άλλα είναι ιστορίες για αγρίους και ιδιώτες με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Η επιλογή είναι δική μας. Και ίσως, λέω ίσως, μια καλή παράσταση σαν αυτή του Από Μηχανής Θεάτρου μας βοηθήσει να ακούσουμε επιτέλους την φωνή της κοινής λογικής.

Σημειώσεις

[1] Harry Elmer Barnes, Felix Fleugel, Melvin Knight, Economic History of Europe in Modern Times, Boston: Houghton Mifflin Co, 1928, σελ. 749.

[2] Bernard Pares, “Reaction and Revolution in Russia”. The Cambridge Modern History, vol. XII Cambridge University Press, 1920, σελ. 301.

[3] Harry Elmer Barnes, Felix Fleugel, Melvin Knight, Economic History of Europe in Modern Times, Boston: Houghton Mifflin Co, 1928, σελ. 753-4.

[4] Ο δυτικός ιστορικός Hugh Seton-Watson, έγραφε χαρακτηριστικά: «Ρώσοι παρατηρητές σημείωναν ότι καθώς η βιομηχανία αναπτυσσόταν, η παραγωγή συγκεντρωνόταν σ’ έναν μικρό αριθμό πολύ μεγάλων εργοστασίων. Από την άποψη αυτή η Ρωσία, αν και τραβήχτηκε καθυστερημένα στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης, ακολουθούσε το παράδειγμα των περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών με έναν πιο γρήγορο ρυθμό από ότι είχαν αυτές σε αντίστοιχα στάδια της ιστορίας τους» (Hugh Seton-Watson, The Russian Empire, 1801-1917, Oxford University Press, 1967, σελ. 522).

[5] Μ. N. Pokrovsky, Brief History of Russia, vol. II, London: Martin Lawrence Ltd., 1933, σελ. 23.

[6] M. N. Pokrovskii, “Bourgeoisie in Russia”. M. N. Pokrovskii, Russia in World History, University of Michigan Press, 1970, σελ. 88.

[7] Αναφέρεται από τον Theodore H. Von Laue, Sergei Witte and the Industrialization of Russia, New York: Columbia University Press, 1963, σελ. 9.

[8] Η έκθεση δημοσιεύεται ολόκληρη από τον Theodore H. Von Laue, “A Secret Memorandum of Sergei Witte on the industrialization of Imperial Russia”, Journal of Modern History, vol. XXVI, No 1, March 1954.

[9] Theodore H. Von Laue, Sergei Witte and the Industrialization of Russia, New York: Columbia University Press, 1963, σελ. 287-8.

[10] Harry Elmer Barnes, Felix Fleugel, Melvin Knight, Economic History of Europe in Modern Times, Boston: Houghton Mifflin Co, 1928, σελ. 759-60.

[11] Eric Hobsbawm, The Age of Empire (1875-1914), London: Abacus, 1999, σελ. 59.

[12] Παρατίθεται στο N. P. Mikeshin, History versus Anti-History, Moscow: Progress Publishers, 1977, σελ. 25.

[13] Στο ίδιο.

Αναρτήθηκε από ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΖΑΚΗΣ στις 10:55 π.μ.

Advertisements

Rule from the Shadows – The Psychology of Power – Part 1

af54ddb4.jpg.650x650_q85

Posted in  S.C.G. January 6, 2014

It has always been in the interest of the ruling class to cultivate illusions which obscure the true nature of the game. Time to look behind the curtain.

“Some of the biggest men in the United States, in the field of commerce and manufacture, are afraid of somebody, are afraid of something. They know that there is a power somewhere so organized, so subtle, so watchful, so interlocked, so complete, so pervasive, that they had better not speak above their breath when they speak in condemnation of it.” – President Woodrow Wilson in his book the “The New Freedom” published in 1913

The quest for power is the primary driving force of history, always has been, always will be. Those who fail to recognize this principle are not spared in the grand chess game, but rather are moved and manipulated by forces that they do not understand.

From the perspective of those who dominate the board it is obviously preferable to have a population of ignorant pawns than it is to have an array of opponents which are capable of mounting an effective resistance. To that end it has always been in the interest of the ruling class to cultivate illusions which obscure the true nature of the game.

Elizabeth Sikorovsky: “Manufacturing Consent, What is that is that title meant to describe?”
Noam Chomsky: “Well the title is actually borrowed from a book by Walter Lippmann written back around 1921, in which he described what he called the manufacture of consent as a revolution in the practice of democracy. What it amounts to is a technique of control, and he said this was useful and necessary because the common interests, the general concerns of all people elude the public. The public just isn’t up to dealing with them, and they have to be the domain of what he called a specialized class.”

Walter Lippmann wasn’t speaking theoretically, nor was he commenting on a phenomenon that he had observed from a distance, he was part of that specialized class and he personally influenced the development of this new technique of control.

So what was this new technique that Lippmann was referring to?

The answer to that question takes us back to the beginning of World War I. In 1917 Woodrow Wilson formed the Committee on Public Information, also known as the CPI. It was a propaganda agency and it’s purpose was to build support for the war with the American people. The CPI, run by a man named George Creel was known for its crude tactics, blatant exaggerations and outright lies. However one member of the CPI, Edward Bernays, had a much more subtle approach. Rather than resorting to low brow tactics Bernays studied the mindset of the American people, then based on his observations he created a campaign to promote the idea that America’s purpose in the war was to “make the world safe for democracy”. This meme was wildly successful, so much so that continues to be used even to this day.

Edward Bernays was Sigmund Freud’s nephew, and like his uncle he was avid student of human psychology. Some documentarians such as Adam Curtis in his film “The Century of the Self” have mistakenly assumed that the psychological techniques that Bernays went on to develop were merely the practical application of Freud’s theories. However, though Freud had a significant influence on his nephew, the reality of the matter is that he was not the source of these ideas.

Sigmund Freud, Edward Bernays and Walter Lippmann all subscribed to a school of thought that was first put forth in 1895 by a French social psychologist named Gustave Le Bon. Le Bon wrote several books, the famous of which was entitled “Psychologie des Foules”. It was translated into English as “The Crowd: A Study of the Popular Mind”.

“The Crowd” was a revolutionary piece of work. In it Le Bon not only presented an in depth description of group psychology and how it differed from individual psychology but he also outlined a very simple set of principles that enable leaders to spark ideological contagion and thereby rise to power.

Hitler, Goebbels, and Mussolini all studied Le Bon’s writings and applied his techniques to the letter. The results they attained were precisely those that Le Bon claimed that they would have. Funny how they leave that little detail out of most history books don’t you think?

Sigmund Freud’s book “Group Psychology and the Analysis of the Ego” was in fact a direct critique of the writings of Gustave Le Bon and William McDougall which focused on the relationship between individual psychology and group psychology, and explained how human groups can be controlled for long periods of time through the manipulation of group identity, belief systems and social structures.

Edward Bernays studied Freud, Le Bon, Wilfred Trotter, Walter Lippmann and many others. He then combined their perspectives and synthesized them into an applied science. He named that science public relations.

The success of his “make the world safe for democracy” meme during the war, both at home and abroad, planted the seed of an idea in his mind. Could group psychology tactics be applied during peacetime? After the Committee on Public Information was disbanded he decided to find out, and in 1919 he opened the world’s first pubic relations agency. He referred to his office as The Council on Public Relations.

This was Bernays’ specialty, engineering social trends for clients, and he was very, very good at it. Perception was now a commodity for sale to the highest bidder.

Bernays aided the CIA and United Fruit Company (known today as Chiquita Brands International) in a successful campaign to topple a democratically elected Guatemalan government in 1954, he headed up the public relations campaign to garner support for the fluoridation of municipal water supplies on behalf of the aluminum mining Alcoa Inc, who was looking for a cheap way to dispose of their industrial waste, and he even helped a company convince the American public to eat heavier breakfasts so that they would buy more bacon.

What made Bernays so successful was his skill in applying of 3 psychological tactics:

1. Creating carefully calculated associations with the subconscious fears and desires of individuals.
2. Influencing opinion leaders and perceived authority figures in order to reach those who followed them.
3. Initiating the contagion of behaviors and ideas through social conformity.

Bernays wrote several books promoting these psychological tactics including “Propaganda” and “Crystalizing Public Opinion”. In these books he specifically encouraged governments and corporations to use his methodology to manipulate public perception.

This suggestion did not fall on deaf ears.

His techniques worked so well that they were adopted by virtually every sector that sought to influence the public: media, politics, advertising, even the military. As Walter Lippmann had indicated, it was a revolution.

Joseph Goebbels, Hitler’s propaganda minister, found Bernays’ approach very useful. Bernays acknowledged this fact in his 1965 autobiography entitled “Biography of an Idea” where he wrote:

“Karl von Wiegand, foreign correspondent of the Hearst newspapers, an old hand at interpreting Europe and just returned from Germany, was telling us about Goebbels and his propaganda plans to consolidate Nazi power. Goebbels had shown Wiegand his propaganda library, the best Wiegand had ever seen. Goebbels, said Wiegand, was using my book Crystallizing Public Opinion as a basis for his destructive campaign against the Jews of Germany. This shocked me. … Obviously the attack on the Jews of Germany was no emotional outburst of the Nazis, but a deliberate, planned campaign.” (Biography of an Idea, page 652)

The events that transpired in Nazi Germany stunned the world and they inspired several prominent psychologists to investigate how populations are convinced to commit atrocities. In the process they inadvertently established the science behind Le Bon’s and Bernays’ methods.

In 1951 psychologist Solomon Asch set out to study and measure the effects and causes of social conformity and its ability to alter perception. To do so he ran a series of experiments in which he asked groups of students to participate in what he told them was a “vision test.” In reality, all but one of the participants in each test were were actually actors, each of whom had been prepped to give specific answers at specific times.

The subjects were shown a card with a line on it, followed by another card with 3 lines on it labeled 1, 2, and 3. They were then asked which line in the second card matched the line on the first card in length. The lines were made in such a way that correct answer was obvious.

Each member of the group was asked to give their response one at a time, and the “real” participant always answered last or next to last. For the first two trials the actors gave the obvious, correct answer, however beginning on the third trial, they would all give the same wrong answer. The goal was to ascertain how many people would conform to the perception of those around them when the group’s position contradicted their own senses.

The results surprised Asch. He had believed that the majority of participants would not conform and give an answer that was obviously wrong; however, results showed that 37% of people would conform to the crowd consistently and 75% conformed at least some of the time.

Asch was uncertain as to whether this conformity was limited to social compliance or whether it was actually influencing perception at the neurological level.

In 2005 neuroscientist Gregory Berns sought to answer this question. Berns created a variation of Asch’s experiment, this time measuring brain wave activity during the test to determine at what level of the brain this conformity was taking place. The results showed very clearly that the Occipital and Parietal lobes were the most active when the participants were answering incorrectly. This meant that conformity was actually altering the perception of the test subjects at the neurological level.

Take a moment and register what that means. Social conformity literally causes the brain to rewrite our reality. Keep in mind these tests were conducted using subject matter that was physically verifiable. Imagine the implications for matters of opinion or faith.

In 1961 Yale University psychologist Stanley Milgram, conducted a series of experiments which measured the willingness of individuals to obey authority figures.

In the experiment test subjects were placed in a scenario where they were led to believe that when they flipped a switch an electric shock was being delivered to a person in the adjacent room. They were then ordered by a man in a white jacket claiming to be the official scientist in charge to ask the person in the next room a series of questions. If they received an incorrect response they were to punish them by flipping the switch thereby administering a shock.

As the test progressed the voltage level was steadily increased and the screams from the next room became more and more desperate, begging to stop the test and stating multiple times that they had a heart condition.

Many of the subjects expressed hesitation about continuing with the experiment upon hearing the person in other room scream and beg for help. Those that did were informed by the scientist that they had no choice but to continue. No consequences were threatened, yet just this assertion was usually enough to achieve compliance.

Under the influence of an apparent authority figure 50 to 65% of subjects continued administering the shocks even up to the maximum 450 volt shock. They even continued after the person in the other room stopped screaming which indicated that they were unconscious or dead.

The Milgram authority experiment has been repeated numerous times over the years, using individuals from a wide range of economic and social backgrounds and the conclusions are always consistent. The aura of authority exercises an almost irresistible force over the human mind, easily overriding core morals and ethics. Even more shocking is the fact that no legitimate authority is necessary. Appearances suffice.

“The conscious and intelligent manipulation of the organized habits and opinions of the masses is an important element in democratic society. Those who manipulate this unseen mechanism of society constitute an invisible government which is the true ruling power of our country.” – Edward Bernays – “Propaganda” 1928

The invisible government that Walter Lippmann, Edward Bernays, and Woodrow Wilson had referred to was not just an abstract concept. It was a very real and concrete reality, and they were were well positioned to comment on it, because they directly participated in its creation.

It all started as an inquiry. “The Inquiry.” to the select few who knew, was a group of 150 men assembled by Woodrow Wilson to gather the data they thought necessary to “make the world safe for democracy” after World War I was over.

Among the known members of the inquiry were Walter Lippmann, Paul Warburg (better known as the father of the Federal Reserve), and Edward House, Wilson’s closest advisor, the man responsible for convincing Wilson to sign the Federal Reserve Act in 1913.

From 1917 to 1918, the group compiled over 2000 documents to be used during postwar negotiations. The most famous of these was the 14 points document, authored by Walter Lippmann, which proposed the creation of the League of Nations, the predecessor to the United Nations.

After the Paris Peace Conference in 1919 a portion of the Inquiry met at the Hotel Majestic with a number of British diplomats to discuss forming a permanent institution. This meeting eventually led to the decision to join forces with a group of high-ranking officers of banking, manufacturing, trading and finance companies led by Elihu Root, a powerful corporate lawyer who was also a former United States Secretary of War, and leading advocate of Americas entry into the World War I. On July 29, 1921 the merged group filed a certification of incorporation, officially forming the Council on Foreign Relations, also known as the CFR.

The CFR, went on to build a membership comprised of the worlds most powerful business leaders, politicians and corporations. Among the corporate members are Goldman Sachs, JP Morgan, Chevron, Exxon, Shell, BP Oil, General Electric, Raytheon, Lockhead Martin, Northrop Grumman, Boeing, Bloomberg, Rothschild North America, and Dyncorp international. You can find a complete list on the CFR website.

John Foster Dulles, Secretary of State under president Eisenhower, is listed as one of the founding members of the CFR on their own website. It was Dulles that convinced Eisenhower to use the CIA to topple the democratically elected prime minister of Iran, Mohammad Mosaddegh in 1953. The Shah, a puppet who was installed to take his place, was a brutal dictator. He enjoyed full support from the U.S. government until he was overthrown in the Islamic Revolution of 1979.

Dulles was also the man behind the 1954 CIA coup in Guatemala. And remember Bernays ran the propaganda for that operation. The tactic Bernays chose was to convince the public that the Guatemalan government was backed by the Soviets.

Bernays’ tactic worked even though the Soviet Union didn’t even have diplomatic relations with Guatemala at that time.

Once again Bernays set a trend, and for the next 40 years the U.S. government would use the specter of communism to justify invasions and covert operations around the globe.

Another member of the CFR McGeorge Bundy was National Security advisor under Kennedy and then under Lyndon B. Johnson. He was also the man responsible for encouraging the escalation of the Vietnam War. A prospect that Kennedy opposed and would not have allowed had he lived. This is according to documents written by Bundy himself.

President Nixon’s National Security Advisor Henry Kissinger is also a member of the council. Kissinger was the man behind the CIA coup which overthrew the democratically elected president of Chile Salvador Allende. The puppet they installed in Allende’s place, Augusto Pinochet, was another brutal dictator who tortured and killed thousands of his own citizens. The U.S. government politely looked the other way.

Carter’s National Security advisor Zbigniew Brzezinski is also a member of the council.

It was Zbigniew Brzezinski who was behind the funding and arming of mujahideen in Pakistan and Afghanistan. A tactic designed to incite the Soviets to invade. These islamic militants later came to be known as the Taliban.

In this clip Hillary claims that the U.S. funded what they now call Al Quaeda in response to the Soviet invasion of 1979. However Zbigniew Brzezinski himself admitted in a 1998 interview with the Le Nouvel Observateur that the U.S. began funding the insurgents before the invasion and that this in fact was designed to draw the Soviets in.

Ronald Reagan’s National Security Advisors Richard V. Allen and Robert C. McFarlane are also members of the council as was his Secretary of State George Shultz. George Shultz was behind the attempted overthrow of the Sandinista government in Nicaragua. This was part of the Iran Contra scandal. The Contras which Reagan and Shultz were arming and training through the CIA, killed, tortured, raped, mutilated, and abducted hundreds of civilians they suspect of sympathizing with the Sandinistas. Yet when the scandal broke the media put all of the focus on the source of the funding for the operation rather than on the crimes that were being committed with that money.

George H. W. Bush was a director of the CFR from 1977-79 and his Secretary of State James Baker is a current member.

You might remember this clip from 2012 where Baker and Clinton Joked about the plan to take out Iran.

Kinda sounds like an inside joke doesn’t it?

One year after this interview the Obama administration attempted to initiate an attack on the Syrian government. This was designed to draw in Iran which has a mutual defense agreement with Syria. Obama took an indirect route by funding and arming militants, who then committed atrocities and blamed them on government forces. Sound familiar? Perhaps that’s because Zbigniew Brezinski was Obama’s personal mentor.

Bill Clinton is also a member of the Council, and his Secretary of State, Madeline Albright is currently serving on the Board of Directors.

Madeline Albright was in charge of the sanctions on Iraq that were in place during the entire Clinton administration.

Colin Powell, who led the charge to war with Iraq by presenting false evidence to the U.N. in 2003 is also currently on the CFR board of directors.

George W. Bush’s National Security Advisor Stephen Hadley, his Secretary of State Condoleezza Rice and his Treasury Secretary Henry Paulson are also members of the CFR.

Henry Paulson, former CEO of Goldman Sachs, was the man behind the banker bailouts in 2008. Goldman Sachs, which just happens to be a corporate member of the CFR was one of the primary beneficiaries of that bailout.

Another CFR member Robert Gates, was Secretary of Defense under both Bush and Obama.

Obama’s first National Security Advisor James L. Jones is a CFR member, as is Obama’s second National Security advisor Tom Donilon, his 3rd National Security advisor Susan Rice, his second Defense Secretary Chuck Hagel, his first Secretary of State Hilary Clinton as was his first Secretary of Homeland Security Janet Napolitano. John Kerry, Obama’s second Secretary of State, acknowledged that he was a member of the CFR in a speech given at the Council in 2003 but he is no longer listed in the official roster.

In the Senate Diane Feinstein is listed as a member, as is John Mccain, Joe Lieberman and former Senator Christopher Dodd. Christopher Dodd is currently the president of the Motion Picture Association of America in that role he was the driving force behind the SOPA and PIPA internet bills.

Three out of six of the current board members of the Federal Reserve, Daniel Tarullo, Jerome Powell, and Janet Yellen are all publicly listed as members of the Council.

This cozy relationship between the Federal Reserve and the CFR goes back to the very beginning. Paul Warburg was a founder of both organizations and he held positions in both of them concurrently. He was a director of the Council from its creation in 1921 until his death in 1932 and he served on the Federal Reserve board From 1921 to 1926.

His son James Warburg, who was also a CFR member, is most famous for the statement he made before the U.S. Senate Committee on Foreign Relations on February 17, 1950 in which he said, “We shall have world government, whether or not we like it. The question is only whether world government will be achieved by consent or by conquest.”

Caroll Quigley was an author and professor of history at Georgetown University. He was also a personal mentor of President Bill Clinton.

Quigley served as a consultant to the U.S. Department of Defense, the U.S. Navy, the Smithsonian Institution, and the House Select Committee on Astronautics and Space Exploration. He was not a fringe lunatic by any stretch of the imagination, but was in fact a respected member of the establishment. That’s what makes the statements he made in his book “Tragedy and Hope” so significant.

“Tragedy and Hope” was a dense and highly detailed historical volume which covered world history from 1914, with an emphasis on analyzing of the driving forces of civilization. The book was completely uncontroversial, that is until you get to the middle where he makes the following statement:

“There does exist and has existed for a generation, an international Anglophile network which operates to some extent in the way the Radical Right believes the Communists act. In fact, this network, which we may identify as the Round Table Groups, has no aversion to cooperating with the Communists, or any other groups, and frequently does so. I know of the operations of this network because I have studied it for twenty years and was permitted for two years, in the early 1960s, to examine its papers and secret records. I have no aversion to it or to most of its aims and have, for much of my life, been close to it and to many of its instruments. I have objected, both in the past and recently, to a few of its policies but in general my chief difference of opinion is that it wishes to remain unknown, and I believe its role in history is significant enough to be known.”

Quigley specifically identified the CFR and the Institute of International Affairs as key hubs in this Round Table network and he confirmed its close relationship to banking and finance.

The Institute of International Affairs, also known as the Chatham house is the sister organization of the CFR. It was created in 1920 by the British diplomats who attended the meeting at the Hotel Majestic in Paris in 1919. There are chapters of the Institute of International Affairs in Australia, Belgium, France, Italy, Portugal, Norway, Poland, Finland, Hungary, Sweden, New Zealand, South Africa, Nigeria, Pakistan, Singapore, Japan and in other countries as well.

The secret to the power the Council on Foreign Relations and the other round table groups wield lies in a clever application of the techniques that Bernays developed.

They target individual psychology by cultivating a sense of exclusivity and prestige which plays upon people’s desire to feel important and powerful. This is how they attract new members.

Like Bernays they manipulate the public indirectly by targeting opinion leaders and authority figures. By influencing their membership, which is comprised of men and women in the highest levels of government, business and finance they hijack the phenomenon observed in the Milgram Authority experiments while bypassing the electoral process. Most of the meetings held at the CFR are run under Chatham house rules meaning that the ideas discussed there may be used and spread by those present but no one is allowed to mention where those ideas came from.

These closed door discussions and their exclusive membership process work together to engineer the phenomenon demonstrated in the Asch conformity experiments. New members must be nominated by an existing member, seconded by three members and approved by board of directors. This process ensures that ideological continuity is maintained as social conformity brings new members into line with the group.

It’s important to remember that wealth, social status and official positions of power do not reduce the effects of group psychology.

To put it in simple terms the politicians aren’t calling the shots. They’re puppets. Voting the bums out doesn’t work, and now you know why.

Even if we remove every single corrupt oligarch from the councils of government we will end up right back in the same situation unless we deal with the psychological underpinnings of our enslavement.

But how do we do that? How do we reach the group mind and shake the crowd from its slumber?

Group psychology is a weapon and like all weapons it is capable of being used for good or for evil. For many years it has been in the wrong hands. It has been hidden from the public and used against them. It’s time for the people to pick up that weapon and use it to free themselves.

Time to start studying.

Read Gustave Le Bon’s books: “The Crowd” and “The Psychology of Revolution”.

Read Edward Bernays’ books: “Propaganda” and “Crystalizing Public Opinion”.

And read Gene Sharp’s books: “From Dictatorship to Democracy” and “National Security Through Civilian-Based Defense”

Learn the theory. Learn the techniques and start using them to spread the truth rather than hiding it. Start using them to prevent wars rather than start them. Start using them to stop the militarization of the police and to end the surveillance state. Use them to bring this corporate mafia to its knees.

To some of you this might be a bit frightening. This is dangerous stuff. These are ideological m-16s with boxes of ammunition.

If even a few motivated individuals started using these techniques effectively it could seriously disrupt the balance of power.

But that’s exactly what’s needed.

I challenge you to look around. Look at the state of the world. Look at where these psychopaths are taking us. If you do not feel the imperative to change the course we are on, then you are not paying attention.

To be continued (Parts 2 and 3 are already under way).

If you want to shift the balance of power back into the hands of the people, a simple starting point is to spread this video. Make a commitment to get this film into the hands of as many people as you can. Share it through social media, post it on your website, and send it to your friends via email. You have permission to download this video and distribute it through any means necessary.

Sources

Instincts of the Herd in Peace and War by Wilfred Trotter: http://www.amazon.com/gp/product/B004QOA9G6/ref=as_li_ss_tl?ie=UTF8&camp…

Group Psychology and the Analysis of the Ego by Sigmund Freud: http://www.amazon.com/gp/product/1482042703/ref=as_li_ss_tl?ie=UTF8&camp…

Janet Yellen (Chair of the Federal Reserve) is CFR: http://www.federalreserve.gov/aboutthefed/bios/board/yellen.htm

Jerome H. Powell former partner in the Carlyle Group and current member of the CFR: http://www.federalreserve.gov/aboutthefed/bios/board/powell.htm

National Security Advisor Jones admits who he really takes his orders from:http://www.cfr.org/defensehomeland-security/remarks-national-security-ad…

Brezinski admits that the CIA started funding the Mujahiddin in Afghanistan 6 months before the Soviet invasion to draw them into the region: http://dgibbs.faculty.arizona.edu/brzezinski_interview

John Kerry admits to being a member of the CFR back in 2003 (he is currently not listed on the official roster):  http://www.cfr.org/iraq/making-america-secure-again-setting-right-course…

John Foster Dulles founding member of the CFR:http://www.cfr.org/about/history/cfr/assumptions.html

McGeorge Bundy’s role in pushing for the Vietnam war, and his admission that he would not have been able to get the war if Kennedy had lived:http://www.foreignaffairs.com/articles/64713/lawrence-d-freedman/lessons…

George Shultz and the attempt to topple the democratically elected Sandinista government in Nicaragua by backing the “Contras”: http://www.nytimes.com/1983/10/20/world/shultz-and-president-defend-aid-…

Those same Contras were responsible for horrific atrocities against civilians: http://articles.latimes.com/1985-03-08/news/mn-32283_1_contras

Η Ελλάδα μετά την άλωση…

Λογότυπο ΕΠΑΜ

Όταν έπεσε η Πόλη, με μπαμπεσιά καθώς θέλει η παράδοση, οι Οθωμανοί εισέβαλαν σφάζοντας, λεηλατώντας και καίγοντας όπως συνηθιζόταν στην εποχή τους, στα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού τους. Μόνο τους μεγάλους άρχοντες δεν πείραξαν με πρώτον τον Μέγα Δούκα, δηλαδή ένα είδος πρωθυπουργού των Βυζαντινών, Λουκά Νοταρά. Όλους αυτούς – όπως αναφέρει στο χρονικό του ο Μιχαήλ Δούκας, αλλά και άλλοι – τους είχαν εξαγοράσει από αρκετά νωρίς. Ίσως και πριν ξεκινήσει η πολιορκία της Πόλης. Κι έτσι η άμυνα της βασιλεύουσας στερήθηκε τους πόρους από τις περιουσίες τους, που τις έκρυψαν καθώς θεωρούσαν σίγουρο ότι θα τις κρατήσουν και υπό το νέο καθεστώς.

Οι Οθωμανοί τους ήθελαν για να καθησυχάσουν τον πληθυσμό κι έτσι να κάνουν την δουλειά του κατακτητή πιο εύκολη. Όταν μπήκε στην Πόλη ο Μωάμεθ ο Πορθητής, όπως τον αποκάλεσαν οι πιστοί του υπήκοοι, κάλεσε τον Μέγα Δούκα και τους άλλους βυζαντινούς αξιωματούχους. Τους κάλεσε να παρουσιαστούν μπροστά του και να δηλώσουν δημόσια την υποταγή τους. Αυτοί ασφαλείς στις βίλες τους και με εγγυήσεις από τους Οθωμανούς κατακτητές για την ζωή και την περιουσία τους, βιάστηκαν να υπακούσουν.

Ήταν σίγουροι ότι έστω κι αν χάθηκε η βασιλεύουσα, η χώρα ολόκληρη μαζί με τον λαό της, μιας και περνούσε από το χατζάρι του κατακτητή, αυτοί θα επιβίωναν και θα χαίρονταν τα πλούτη τους. Ήταν η άρχουσα τάξη του Βυζαντίου που ξεζούμιζε επί αιώνες τον λαουτζίκο υπό την προστασία του αυτοκρατορικού στέμματος. Τώρα φαντάζονταν ότι θα συνέχιζαν υπό την προστασία του σουλτάνου. Τι τους ενδιέφερε αν τους προστάτευε το στέμμα του αυτοκράτορα, ή το σαρίκι του σουλτάνου; Τους ήταν παντελώς αδιάφορο. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η περιουσία τους και τα μέσα να την αυγαταίνουν.

Πήγαν λοιπόν να δηλώσουν υποταγή. Και όπως συνηθιζόταν τότε, μαζί με την υποταγή τους έθεσαν στη διάθεση του Πορθητή και τα πλούτη τους. Τότε ο Μωάμεθ – όπως αναφέρεται από χρονικογράφους της εποχής – έκανε κάτι απροσδόκητο. «Γιατί αφέντες μου δεν τάξατε το βιός σας στον αυτοκράτορα και την Πόλη σας;» φέρεται να ρώτησε πρώτα τον Μέγα Δούκα και ύστερα τους υπόλοιπους έκπληκτους αξιωματούχους. Κάτι πήγαν αυτοί να ψελλίσουν για την υπόγεια συμφωνία που είχαν κάνει μαζί του και πόσο αυτή τον βοήθησε να πάρει την Πόλη, αλλά δεν πρόλαβαν, καθώς ο Μωάμεθ συμπλήρωσε: «Μια φορά προδότης, για πάντα προδότης. Πάρτε τους το κεφάλι και η περιουσία τους στο σουλτανικό θησαυροφυλάκιο!»

Θέλουν το οικόπεδο

Στην ίδια φάση βρίσκεται σήμερα και η επίσημη Ελλάδα. Βρισκόμαστε μετά την άλωση και ο κατακτητής έχει αποφασίσει ότι δεν χρειάζεται άλλο τις υπηρεσίες της ντόπιας ολιγαρχίας και του πολιτικού της προσωπικού. Τους χρησιμοποίησε για να κάνει την δουλειά του. Να βάλει στο χέρι ολόκληρη την χώρα. Και τώρα που τα έχει καταφέρει, τώρα που πλησιάζει η τελική εκκαθάριση, ορέγεται εκτός όλων των άλλων και τις περιουσίες των συνεργατών του.

Οι επιχειρηματικές και πολιτικές «οικογένειες» που εξουσιάζουν και λεηλατούν με σύστημα αυτή την χώρα και τον λαό της επί δεκαετίες, νόμιζαν ότι θα την σκαπουλάρουν. Όλοι αυτοί που φρόντισαν όταν ήρθε η ώρα της κρίσης να παραδώσουν αμαχητί την χώρα και τον λαό της στους σφαγείς τους. Όλοι αυτοί που απεμπολώντας άνευ όρων και αμετάκλητα την ασυλία της χώρας μαζί και την εθνική της κυριαρχία, νόμιζαν ότι είχαν εξασφαλίσει την δική τους προνομιακή πολιτική και οικονομική ασυλία από τον Αρμαγεδώνα που ήξεραν πολύ καλά ότι θα εξαπέλυαν οι ξένοι επικυρίαρχοι. Νόμιζαν μάλιστα ότι θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν και ένα μερίδιο από τα λάφυρα του καταχτητή. Πόσο, μα πόσο έπεσαν έξω!

Οι σύγχρονοι κατακτητές δεν χρειάζονται ατόφια την χώρα, ούτε έχουν ανάγκη τον λαό της. Ούτε καν για δούλο. Έχουν περί τα 350 εκατομμύρια ξεριζωμένους που αναζητούν ανά την υφήλιο τον επιούσιο. Χώρια τις δεκάδες εκατομμύρια ανέργους στις δικές τους χώρες χωρίς παρών και μέλλον. Αυτό σημαίνει σήμερα αγορά εργασίας για την πολιτισμένη Δύση. Τι να κάνουν τους Έλληνες; Την χώρα τους θέλουν και μάλιστα υπό μορφή οικοπέδου. Απόλυτα ισοπεδωμένη και έτοιμη από χώρα να μεταβληθεί σε χώρο υποδοχής επενδύσεων και τυχοδιωκτισμών κατά τα ειωθότα των ισχυρών της παγκόσμιας αρένας.

Στερνή μου γνώση…

Δεν θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά το φωνάζω από το 2010. Πολύ πριν το πρώτο μνημόνιο και την υπαγωγή της Ελλάδας στον «μηχανισμό στήριξης». Θέλουν το οικόπεδο! Και μάλιστα χωρίς – αν γίνεται – τους κατοίκους! Μάλιστα, αξίζει να διηγηθώ μια ιστορία από την εποχή της Εκπομπής ΑΕ στο Ράδιο 9 στα τέλη του 2011. Τον κ. Κοντομηνά, ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου μέσου, τον συνάντησα μόνο μια φορά και μάλιστα για λίγα λεπτά. Τον συνάντησα μετά από δικό του αίτημα, μιας και η Εκπομπή ΑΕ εκείνη την εποχή έσπαγε κάθε ρεκόρ ακροαματικότητας. Δεν τον γνώριζα από πριν και η συνάντηση να τον γνωρίσω. Εκείνη η μοναδική συνάντηση ξεκίνησε με τον κ. Κοντομηνά να με ρωτά πώς βλέπω τα πράγματα. Του απάντησα ότι θα βιώσουμε όχι μόνο την οικονομική και κοινωνική καταστροφή της Ελλάδας, αλλά και την πολιτική της εξαφάνιση. Θέλουν μόνο το οικόπεδο, του είπα. Εκείνος χαμογέλασε ελαφρά και μου είπε, το γνωρίζω.

Πριν προλάβω να τον ρωτήσω πώς κι ανέχεται την Εκπομπή ΑΕ, μου απάντησε λέγοντας ότι αυτός προσωπικά δεν έχει πια επιχειρηματικές βλέψεις στην Ελλάδα και επομένως δεν τον νοιάζει να «βομβαρδίζουμε» από το πρωί μέχρι το βράδι. Άλλωστε, όπως μου είπε, ξέρει πολύ καλά ότι δεν έχει μέλλον η Ελλάδα. Καλώς, του απάντησα, γιατί είναι κρίμα στην ηλικία σας να βρεθείτε στην φυλακή. Γιατί να το έχετε ξεκάθαρο, οι ξένοι δεν θα αφήσουν τίποτε όρθιο σ’ αυτή την χώρα. Ο κ. Κοντομηνάς μου χαμογέλασε συγκαταβατικά και εκεί τελείωσε η συνάντηση.

Φεύγοντας από το γραφείο του κ. Κοντομηνά ο τότε διευθυντής του Ράδιο 9 και παρουσιαστής της Εκπομπής ΑΕ, Μάνος Κακλαμάνος, που ήταν παρών καθ’ όλη την συνάντηση, μου είπε: Ρε συ τι του είπες; Την αλήθεια, του απάντησα. Να δεις που έτσι θα γίνει, συνέχισα. Προσωπικά ποτέ δεν πίστεψα ότι ο κ. Κοντομηνάς είχε τελειώσει με τις «μπίζνες» στην Ελλάδα και πάντα έλεγα στον Μάνο ότι η Εκπομπή ΑΕ τελεί υπό προθεσμία. Έτσι κι έγινε.

Ο κ. Κοντομηνάς αφού απέκτησε ξανά, χωρίς καν να διαθέτει την κεφαλαιακή επάρκεια που χρειαζόταν μια τέτοια κίνηση, την τηλεόραση του Alpha από τους Γερμανούς, φρόντισε να κόψει εν ψυχρώ την Εκπομπή ΑΕ και να αλλάξει την «γραμμή» στο Ράδιο 9. Προφανώς είχε κάνει τις απαραίτητες συμφωνίες παρασκηνίου, ίσως να πήρε τα θαλασσοδάνεια που χρειαζόταν και μάλλον του είχε ανοίξει η όρεξη για μερίδιο από τα λάφυρα της χώρας που, όπως είχε πει, γνώριζε πολύ καλά ότι προοριζόταν να ισοπεδωθεί κυριολεκτικά από τους δανειστές της.

Όταν ο Μάνος παραιτήθηκε και έφυγε από το Ράδιο 9 γιατί η συνείδησή του δεν του επέτρεπε να κάνει την απαραίτητη «κωλοτούμπα» για να διατηρήσει τον μισθό του, του θύμισα εκείνη την μοναδική συνάντηση και του είπα: Να πεις του κουμπάρου σου – ο κ. Κοντομηνάς έχει βαφτίσει το μοναχοπαίδι του Μάνου – ότι είναι κρίμα στην ηλικία του και στην κατάστασή του να σαπίσει στα τελευταία του χρόνια στην φυλακή. Δεν εννοούσα τόσο ότι ο λαός θα προλάβει την ισοπέδωση, θα ανατρέψει την κατάσταση και θα δικάσει τους εγχώριους στηλοβάτες της. Όσο την κουβέντα που του είχα πει στην μοναδική μας συνάντηση.

Δεν ξέρω αν του το μετέφερε εκ μέρους μου ο Μάνος, αλλά αν το έκανε ελπίζω σήμερα ο κ. Κοντομηνάς να το θυμάται γιατί θα υποστεί τους χειρότερους εξευτελισμούς για να καταλήξει τελικά στην κατάσταση του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη.

Όχι από τον λαό και την πατρίδα που ξεπούλησε ως είθισται στην τάξη του, αλλά από τους εταίρους του. Από αυτούς που θέλουν το οικόπεδο και οι ντόπιοι ολιγάρχες μπροστά τους δεν είναι παρά μικρομεσαίοι μεσίτες στην υπηρεσία τους. Όπως ήταν πάντα από την εποχή που οι γόνοι των παλιών κοτζαμπάσηδων και των αφεντάδων τουρκοχριστιανών συνωμότησαν για να παραδώσουν το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος στα χέρια των Μεγάλων Προστατών από την Δύση και οι οποίοι διαδέχθηκαν τον Οθωμανικό ζυγό. Μόνο και μόνο για να κρατήσουν αυτοί και η τάξη τους τα προνόμια και την εξουσία με τις πλάτες των ξένων πρεσβειών και δυνάμεων.

Επιχείρηση Καθαρά Χέρια

Να το ξέρετε. Το ίδιο θα συμβεί με όλους, ή σχεδόν όλους τους μεγιστάνες της εγχώριας λεηλασίας. Ολόκληρη η κρατικοδίαιτη ολιγαρχία του πλούτου και της πολιτικής θα ακολουθήσουν την τύχη του Τσοχατζόπουλου. Θα τους δείτε τον έναν μετά τον άλλο να εξευτελίζονται με την αποκάλυψη σκανδάλων και άλλων σκελετών που κρύβουν μέσα στην ντουλάπα τους. Οι προθέσεις απ’ έξω, τόσο από την Ουάσινγκτον, όσο και από το Βερολίνο, είναι σαφείς: ήρθε η ώρα τους! Και θα γίνει αργά και μεθοδικά όπως και με την επιχείρηση του Di Pietro, όπως λεγόταν ο πιο περιώνυμος εισαγγελέας της επιχείρησης Mani Pulite (Καθαρά Χέρια) στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του ’90. Ναι, οι κατακτητές της χώρας έχουν ξεκινήσει την δική τους επιχείρηση Καθαρά Χέρια στην Ελλάδα.

Δείτε τι συμβαίνει. Τρεις ήταν ανέκαθεν οι «ιερές αγελάδες» του συστήματος αναπαραγωγής της διαπλεκόμενης εξουσίας στην Ελλάδα. Τα εξοπλιστικά προγράμματα, τα μεγάλα έργα του δημοσίου και οι τράπεζες με τα θαλασσοδάνεια και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Ποτέ κανένας δεν τόλμησε να ακουμπήσει αυτές τις «ιερές αγελάδες» διαμέσου των οποίων φτιάχτηκαν οι μεγαλύτερες περιουσίες στην Ελλάδα και εξασφάλιζαν την εξουσία οι εκάστοτε ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Και τώρα σιγά-σιγά η μια μετά την άλλη οι «ιερές αγελάδες» σφάζονται.

Πρώτα ξεκίνησαν με τα εξοπλιστικά προγράμματα. Έχουν τεθεί στο στόχαστρο ονόματα και επιχειρηματικά κυκλώματα που αποτελούν τους βασικούς τροφοδότες και στυλοβάτες των κυβερνήσεων ολόκληρης της μεταπολίτευσης. Όποιος ξέρει τι εστί Λιακουνάκος, Ευθυμίου, κοκ για την διαπλοκή οικονομίας και πολιτικής στην Ελλάδα, ειδικά στον χώρο των εξοπλισμών, γνωρίζει πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω.

Για να καταλάβουν οι αδαείς και οι αφελείς πολίτες της χώρας το μέγεθος της «ιερής αγελάδας» των εξοπλιστικών προγραμμάτων στην Ελλάδα, πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: Στην Ελλάδα οι εξοπλισμοί αποφασίζονται από την πολιτική ηγεσία, δηλαδή την εκάστοτε κυβέρνηση και τα προγράμματά τους τα διαχειρίζονται πρωτίστως και κυρίως πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν υπήρξε ποτέ σχέδιο πιστοποίησης αναγκών για τους εξοπλισμούς που πραγματικά χρειάζεται η εθνική άμυνα της χώρας.

Κι ο λόγος είναι απλός. Ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να συνταχθεί από την πολιτική ηγεσία, αλλά αποκλειστικά από το μάχιμο στρατιωτικό προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων. Δηλαδή απ’ αυτούς που γνωρίζουν και ρισκάρουν την ζωή τους μ’ αυτό το υλικό. Αυτοί οφείλουν να προτείνουν, να αποφασίζουν, να διαχειρίζονται και να παραλαμβάνουν ως αξιόμαχο τον εξοπλισμό που χρειάζονται οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας με βάση τις ανάγκες της εθνικής άμυνας. Ενώ ο προϋπολογισμός τους οφείλει να βρίσκεται υπό την απόλυτη εποπτεία της Βουλής, η οποία θα πρέπει να εγκρίνει όλες τις απαραίτητες συμβάσεις.

Στην Ελλάδα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι στρατιωτικοί λειτουργούν ως σύμβουλοι κι ως άλλοθι της πολιτικής ηγεσίας που εν κρυπτώ – για λόγους δήθεν εθνικής ασφάλειας – αποφασίζουν, παραγγέλνουν, υπογράφουν, διαχειρίζονται και παραλαμβάνουν τους εξοπλισμούς που συμφέρουν ποιον; Τα κομματικά τους ταμεία και τους μεσάζοντες που υπάρχουν μόνο και μόνο για έναν λόγο: για να κρύβονται οι μίζες. Αλλοίμονο αν ένα ολόκληρο κράτος χρειάζεται να απευθυνθεί σε μεσάζοντες προκειμένου να προμηθευτεί τον εξοπλισμό και τις προμήθειες που χρειάζεται για την εθνική του άμυνα. Κάλλιστα θα μπορούσε να απευθυνθεί απευθείας στο κράτος απ’ όπου θέλει να προμηθευτεί τον οπλισμό και μέσα από διακρατική συμφωνία, να φροντίσει το αντισυμβαλλόμενο κράτος να τα βρει με τους δικούς του προμηθευτές.

Όμως σε μια τέτοια περίπτωση το κύκλωμα της μίζας σπάει και οι δυνατότητες κάποιοι να τα κονομήσουν χοντρά περιορίζεται δραστικά. Να γιατί χρειάζονται οι εγχώριοι μεσάζοντες όπλων και προμηθειών. Και να γιατί κανένα εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν υπήρξε ποτέ που να προχώρησε με γνώμονα τις πραγματικές ανάγκες της εθνικής άμυνας και χωρίς έναν ολόκληρο κυκεώνα μίζας, εξαγοράς και διαπλοκής. Ήταν και παραμένει νόμος στο ελληνικό κράτος η αγορά άχρηστου εξοπλισμού και συχνά επικίνδυνου για τις ένοπλες δυνάμεις, με την καρφίτσα τελικά να κοστίζει όσο ένα αεροπλανοφόρο.

Η μεθόδευση της όλης επιχείρησης

Τώρα συνεχίζουν με τις τράπεζες. Η δίωξη εναντίον του κ. Φιλιππίδη και των δικών του στελεχών στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, δηλαδή ενός ανθρώπου του στενού περιβάλλοντος του κ. Βαρδινογιάννη και συνδέσμου με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, όπως και η δίωξη των επιχειρηματιών Κοντομηνά, Γριβέα, Λαυρεντιάδη δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για το τι θα ακολουθήσει. Οι τράπεζες θα γίνουν ο κόλαφος του ισχύοντος πολιτικού και οικονομικού συστήματος της επίσημης Ελλάδας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς έγιναν αυτές οι διώξεις. Τα εξοπλιστικά άνοιξαν με βάση καταγγελίες και ομολογίες. Όχι μέσα από μια ενδελεχή και σε βάθος έρευνα όλων των εξοπλιστικών συμβάσεων του κράτους. Το λέμε αυτό γιατί ακόμη κι αν οι ανακριτές που κάνουν την δουλειά τους είναι ανεπηρέαστοι, τότε τα όρια της έρευνας καθορίζονται απ’ αυτούς που δίνουν ή θέλουν να δώσουν στοιχεία. Και μάλιστα με τον ρυθμό και το εύρος που θέλουν να τα δώσουν. Κι ο νοών, νοείτο.

Το ίδιο και με τις τράπεζες. Αυτό που επιμελώς δεν αναφέρεται στα δημοσιεύματα είναι ότι οι εισαγγελείς και οι ανακριτές ασχολούνται όχι με το σύνολο των ενεργητικών των τραπεζών, αλλά αποκλειστικά και μόνο με τα ενεργητικά των «κακών» τραπεζών που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση. Όπως είναι η Proton Bank, η Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Πώς το κάνουν; Η Τράπεζα της Ελλάδος, δηλαδή οι ξένοι δανειστές και η ΕΚΤ, στέλνουν τους ανθρώπους του κ. Προβόπουλου και αυτοί αποφασίζουν τι θα ενταχθεί στα ενεργητικά υπό εκκαθάριση της «κακής» τράπεζας. Ενώ τα ενεργητικά της «καλής» τράπεζας χαρίζονται με επιδότηση κιόλας σε κάποια από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες διαμέσου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

Οι ζημιές των τραπεζών στο δημόσιο χρέος

Η δήθεν αγορά της «καλής» Νέας Proton και «καλού» Νέου Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου από την Eurobank στοίχισε στο ΤΧΣ η μεν πρώτη σχεδόν 760 εκατ. ευρώ, ενώ η δεύτερη σχεδόν 4,5 δις ευρώ. Τι σόι πώληση είναι αυτή όπου ο πωλητής πληρώνει τον αγοραστή και που τα βρήκε το ΤΧΣ; Το ΤΧΣ είναι ο τρόπος που επινοήθηκε για να περάσουν οι ζημιές, τα χρέη και τα θαλασσοδάνεια της ολιγαρχίας από τις τράπεζες στο δημόσιο χρέος της χώρας.

Το ΤΧΣ κατέβαλε άλλα 7,5 δις ευρώ για να απορροφήσει η Τράπεζα Πειραιώς τα «καλά» ενεργητικά της Αγροτικής Τράπεζας. Ενώ για την ανακεφαλαιοποίηση απευθείας των τεσσάρων αποκαλούμενων συστημικών τραπεζών, δηλαδή της Πειραιώς, της Εθνικής, της Eurobank και της Alpha, το ΤΧΣ μόνο μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2013 άλλα 25 δις ευρώ. Συνολικά το ΤΧΣ με τον τρόπο αυτό έχει φορτώσει πάνω από 37 δις ευρώ ζημιές των τραπεζών στο δημόσιο χρέος. Κι έχει συνέχεια η ιστορία.

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο φορτώνονται τα χρέη των τραπεζών και τα θαλασσοδάνεια στο δημόσιο χρέος, δηλαδή στον απλό Έλληνα πολίτη, αλλά χάνονται και τα ίχνη των σκοτεινών δοσοληψιών μέσα στα «καλά» ενεργητικά που απορροφά κάποια από τις συστημικές τράπεζες. Άλλωστε οι ανακριτικές αρχές καλούνται να εξετάσουν μόνο τα «κακά» ενεργητικά, που αποφασίζει η ΤτΕ. Κι όποτε το αποφασίζουν οι ξένοι κάτοχοί της.

Το λογικό βέβαια θα ήταν να μπορεί ο εισαγγελέας και οι ανακριτικές αρχές να προχωρήσουν σε εκκαθάριση του συνόλου του ενεργητικού μιας τράπεζας. Και καθώς υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με όλες τις τράπεζες, θα έπρεπε να κάνουν το ίδιο με όλα τα τραπεζικά ενεργητικά. Ξεκινώντας από πού αλλού; Από την ΤτΕ, μιας και αυτή αποτελεί με τις υπερεξουσίες που διαθέτει τον μοναδικό αποτελεσματικό εποπτικό μηχανισμό του τραπεζικού συστήματος.

Επομένως, αν κάποια τράπεζα βρίσκεται να μπάζει από θαλασσοδάνεια, ύποπτες και σκοτεινές δοσοληψίες, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, κοκ, τότε την πρώτη και κύρια ευθύνη την φέρει η ΤτΕ. Ο έλεγχος στα ενεργητικά της είναι υποχρεωτικός για να κριθεί αν η ευθύνη τεκμηριώνεται ως δόλος, ή απλή αμέλεια, ή όπως αλλιώς. Έλα όμως που καμιά εισαγγελική αρχή δεν μπορεί να διαβεί το κατώφλι της ΤτΕ. Διότι αποτελεί μέρος του ευρωσυστήματος και οι χώροι της τελούν υπό καθεστώς ασυλίας.

Εκτός κι αν επιτρέψει διαφορετικά η ΕΚΤ. Το ίδιο ισχύει και για τον κ. Προβόπουλο, αλλά και για κάθε αξιωματούχο των κεντρικών τραπεζών του ευρωσυστήματος, που όλοι τους διαθέτουν ισόβια ασυλία. Για όσο βέβαια η χώρα τελεί υπό καθεστώς ευρώ.
Έτσι λοιπόν εκτός από την μαζική εξόντωση του ελληνικού λαού, την απαλλοτρίωση υπέρ ξένων συμφερόντων της περιουσίας του, την διάλυση και καρατόμηση της χώρας, θα γίνουμε μάρτυρες μιας έξωθεν και άνωθεν μεθοδευμένης επιχείρησης Καθαρά Χέρια αλα Γκρέκα με σκοπό την αρπαγή της χώρας. Κανείς δεν θα γλυτώσει. Ούτε κι αυτοί που πούλησαν την χώρα στους νέους κατακτητές.

Ο στόχος της όλης επιχείρησης είναι να εξαρθρώσουν παντελώς ολόκληρο το υφιστάμενο κράτος, έτσι ώστε η Ελλάδα να κηρυχθεί επισήμως και failed state, αποτυχημένο κράτος. Κι έτσι να δικαιολογηθεί τόσο εντός, όσο και εκτός μια πιθανή διεθνής επέμβαση για την διατήρηση του νόμου της τάξης σε μια ολοκληρωτικά καταρρέουσα χώρα. Ήδη η Ελλάδα στην επίσημη κατάταξη όπου απεικονίζεται η θέση κάθε χώρας της υφηλίου σε σχέση με την κατάσταση failed state, την έβαλαν να κατεβαίνει μέσα στο 2013 το έκτο σκαλοπάτι προς το χάος.

Ο Έλληνας πρέπει να πειστεί ότι δεν είναι ικανός να αυτοκυβερνηθεί. Γιατί ολόκληρο το πολιτικό και οικονομικό σύστημα διαχείρισης πάσχει από ανίατη διαφθορά. Καλύτερα η χώρα να ακρωτηριαστεί, να τεμαχιστεί και να αφομοιωθεί ως περιφέρεια από την νεοσύστατη Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία. Ή μέρη της να τεθούν υπό διεθνή έλεγχο, όπως π.χ. οι περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης όπου θα περάσει ένας τόσο σημαντικός για τα γεωστρατηγικά συμφέροντα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ αγωγός υγροποιημένου αερίου, όπως ο ΤΑΡ.

Μόνο ο ελληνικός λαός μπορεί να ανατρέψει αυτά τα σχέδια. Μόνο αν σηκώσει το μπαϊράκι της δικής του εθνικής αυτοδιάθεσης, αυτό που του έχουν αφήσει οι αγώνες των προγόνων του ως την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη. Και μόνο αν θυμηθεί, αν εμπνευστεί από τα λόγια του Ανδρέα Κάλβου: Καλήτερα, καλήτερα / Διασκορπισμένοι οι Έλληνες / Να τρέχωσι τον κόσμον, / Με εξαπλωμένην χείρα / Ψωμοζητούντες / Παρά προστάτας ‘ναχωμεν.

 

 
Αναρτήθηκε από ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΖΑΚΗΣ στις 10:03 π.μ.

Pulitzer Prize-winning investigative journalist Seymour Hersh Says Obama Lied About The Syrian Chemical Weapons Attacks

Posted in S.C.G. December 10, 2013

Seymour_Hersh-IPS

Seymour Hersh the investigative journalist who exposed the My Lai Massacre and its cover-up during the Vietnam War, and the US military’s brutal torture of detainees at Abu Ghraib prison has now come forward stating that Obama lied about the Syrian Chemical Weapons attacks one August 21st, 2013.

Hersh’s article entitled “Who’s Sarin?” which he released on December 8th, accuses Obama of cherry picking intelligence, and hiding the fact that the U.S. intelligence community knew full and well that the rebels possessed sarin gas and should have been considered suspects in the attack.

In the months before the attack, the American intelligence agencies produced a series of highly classified reports, culminating in a formal Operations Order – a planning document that precedes a ground invasion – citing evidence that the al-Nusra Front, a jihadi group affiliated with al-Qaida, had mastered the mechanics of creating sarin and was capable of manufacturing it in quantity. When the attack occurred al-Nusra should have been a suspect, but the administration cherry-picked intelligence to justify a strike against Assad.

Hersh went on to say that many military and intelligence officers had expressed their frustration regarding the way the information was distorted by the administration.

One high-level intelligence officer, in an email to a colleague, called the administration’s assurances of Assad’s responsibility a ‘ruse’. The attack ‘was not the result of the current regime’, he wrote. A former senior intelligence official told me that the Obama administration had altered the available information – in terms of its timing and sequence – to enable the president and his advisers to make intelligence retrieved days after the attack look as if it had been picked up and analysed in real time, as the attack was happening. The distortion, he said, reminded him of the 1964 Gulf of Tonkin incident, when the Johnson administration reversed the sequence of National Security Agency intercepts to justify one of the early bombings of North Vietnam. The same official said there was immense frustration inside the military and intelligence bureaucracy: ‘The guys are throwing their hands in the air and saying, “How can we help this guy” – Obama – “when he and his cronies in the White House make up the intelligence as they go along?”’

He also confirmed the fact that the rockets used in the attack were homemade and were not the type used by the Syrian government at all.

“Theodore Postol, a professor of technology and national security at MIT, reviewed the UN photos with a group of his colleagues and concluded that the large calibre rocket was an improvised munition that was very likely manufactured locally. He told me that it was ‘something you could produce in a modestly capable machine shop’. The rocket in the photos, he added, fails to match the specifications of a similar but smaller rocket known to be in the Syrian arsenal.”

Of course none of this information would come as a surprise to anyone who watched the video we produced right after the attack (The Syrian War: What You’re Not Being Told):

Also note we predicted the attack on Syria a year before it happened:

Sources

Description of the crude rockets witnesses saw used in the chemical attack match remains found after other attacks: http://www.reuters.com/article/2013/08/23/us-syria-chemicals-idUSBRE97M0…

According to the U.N. investigation the March 19th chemical weapons attack turned out to be committed by the rebels: http://www.bbc.co.uk/news/world-middle-east-22424188

Russia agrees that the U.S. backed rebels were behind the attack: http://www.reuters.com/article/2013/07/09/us-syria-crisis-chemical-russi…

Oligarchs, Demagogues and Mass Revolts . . . Against Democracy

images (5).

by James Petras

Introduction: In ancient Rome, especially during the late Republic, oligarchs resorted to mob violence to block, intimidate, assassinate or drive from power the dominant faction in the Senate.

While neither the ruling or opposing factions represented the interests of the plebeians, wage workers, small farmers or slaves, the use of the ‘mob’ against the elected Senate, the principle of representative government and the republican form of government laid the groundwork for the rise of authoritarian “Caesars” (military rulers) and the transformation of the Roman republic into an imperial state.

Demagogues, in the pay of aspiring emperors, aroused the passions of a motley array of disaffected slum dwellers, loafers and petty thieves (ladrones) with promises, pay-offs and positions in a New Order. Professional mob organizers cultivated their ties with the oligarchs ‘above’ and with professional demonstrators ‘below’. They voiced ‘popular grievances’ and articulated demands questioning the legitimacy of the incumbent rulers, while laying the groundwork for the rule by the few. Usually, when the pay-master oligarchs came to power on a wave of demagogue-led mob violence, they quickly suppressed the demonstrations, paid off the demagogues with patronage jobs in the new regime or resorted to a discrete assassination for ‘street leaders’ unwilling to recognize the new order’. The new rulers purged the old Senators into exile, expulsion and dispossession, rigged new elections and proclaimed themselves ‘saviors of the republic’. They proceeded to drive peasants from their land, renounce social obligations and stop food subsidies for poor urban families and funds for public works.

The use of mob violence and “mass revolts” to serve the interests of oligarchical and imperial powers against democratically-elected governments has been a common strategy in recent times.

Throughout the ages, the choreographed “mass revolt” played many roles: (1) It served to destabilize an electoral regime; (2) it provided a platform for its oligarch funders to depose an incumbent regime; (3) it disguised the fact that the oligarchic opposition had lost democratic elections; (4) it provided a political minority with a ‘fig-leaf of legitimacy’ when it was otherwise incapable of acting within a constitutional framework and (5) it allowed for the illegitimate seizure of power in the name of a pseudo ‘majority’, namely the “crowds in the central plaza”.

Some leftist commentators have argued two contradictory positions: One the one hand, some simply reduce the oligarchy’s power grab to an ‘inter-elite struggle’ which has nothing to do with the ‘interests of the working class’, while others maintain the ‘masses’ in the street are protesting against an “elitist regime”. A few even argue that with popular, democratic demands, these revolts are progressive, should be supported as “terrain for class struggle”. In other words, the ‘left’ should join the uprising and contest the oligarchs for leadership within the stage-managed revolts!

What progressives are unwilling to recognize is that the oligarchs orchestrating the mass revolt are authoritarians who completely reject democratic procedures and electoral processes. Their aim is to establish a ‘junta’, which will eliminate all democratic political and social institutions and freedoms and impose harsher, more repressive and regressive policies and institutions than those they replace. Some leftists support the ‘masses in revolt’ simply because of their ‘militancy’, their numbers and street courage, without examining the underlying leaders, their interests and links to the elite beneficiaries of a ‘regime change’.

All the color-coded “mass revolts” in Eastern Europe and the ex-USSR featured popular leaders who exhorted the masses in the name of ‘independence and democracy’ but were pro-NATO, pro-(Western) imperialists and linked to neo-liberal elites. Upon the fall of communism, the new oligarchs privatized and sold off the most lucrative sectors of the economy throwing millions out of work, dismantled the welfare state and handed over their military bases to NATO for the stationing of foreign troops and the placement of missiles aimed at Russia.

The entire ‘anti-Stalinist’ left in the US and Western Europe, with a few notable exceptions, celebrated these oligarch-controlled revolts in Eastern Europe and some even participated as minor accomplices in the post-revolt neo-liberal regimes. One clear reason for the demise of “Western Marxism” arose from its inability to distinguish a genuine popular democratic revolt from a mass uprising funded and stage-managed by rival oligarchs!

One of the clearest recent example of a manipulated ‘people’s power’ revolution in the streets to replace an elected representative of one sector of the elite with an even more brutal, authoritarian ‘president’ occurred in early 2001 in the Philippines. The more popular and independent (but notoriously corrupt) President Joseph Estrada, who had challenged sectors of the Philippine elite and current US foreign policy (infuriating Washington by embracing Venezuela’s Hugo Chavez), was replaced through street demonstrations of middle-class matrons with soldiers in civvies by Gloria Makapagal-Arroyo. Mrs. Makapagal-Arroyo, who had close links to the US and the Philippine military, unleashed a horrific wave of brutality dubbed the ‘death-squad democracy’. The overthrow of Estrada was actively supported by the left, including sectors of the revolutionary left, who quickly found themselves the target of an unprecedented campaign of assassinations, disappearances, torture and imprisonment by their newly empowered ‘Madame President’.

Past and Present Mass Revolts Against Democracy: Guatemala, Iran and Chile

The use of mobs and mass uprisings by oligarchs and empire builders has a long and notorious history. Three of the bloodiest cases, which scarred their societies for decades, took place in Guatemala in 1954, Iran in 1953 and Chile in 1973.

Democratically-elected Jacobo Árbenz was the first Guatemalan President to initiate agrarian reform and legalize trade unions, especially among landless farm workers. Árbenz’s reforms included the expropriation of unused, fallow land owned by the United Fruit Company, a giant US agro-business conglomerate. The CIA used its ties to local oligarchs and right-wing generals and colonels to instigate and finance mass-protests against a phony ‘communist-takeover’ of Guatemala under President Arbenz. The military used the manipulated mob violence and the ‘threat’ of Guatemala becoming a “Soviet satellite”, to stage a bloody coup. The coup leaders received air support from the CIA and slaughtered thousands of Arbenz supporters and turned the countryside into ‘killing fields’. For the next 50 years political parties, trade unions and peasant organizations were banned, an estimated 200,000 Guatemalans were murdered and millions were displaced.

In 1952 Mohammed Mossadegh was elected president of Iran on a moderate nationalist platform, after the overthrow of the brutal monarch. Mossadegh announced the nationalization of the petroleum industry. The CIA, with the collaboration of the local oligarchs, monarchists and demagogues organized ‘anti-communist’ street mobs to stage violent demonstrations providing the pretext for a monarchist- military coup. The CIA-control Iranian generals brought ‘Shah Reza Pahlavi back from Switzerland and for the next 26 years Iran was a monarchist-military dictatorship, whose population was terrorized by the Savak, the murderous secret police.

The US oil companies received the richest oil concessions; the Shah joined Israel and the US in an unholy alliance against progressive nationalist dissidents and worked hand-in-hand to undermine independent Arab states. Tens of thousands of Iranians were killed, tortured and driven into exile. In 1979, a mass popular uprising led by Islamic movements, nationalist and socialist parties and trade unions drove out the Shah-Savak dictatorship. The Islamists installed a radical nationalist clerical regime, which retains power to this day despite decades of a US-CIA-funded destabilization campaign which has funded both terrorist groups and dissident liberal movements.

Chile is the best-known case of CIA-financed mob violence leading to a military coup. In 1970, the democratic socialist Dr. Salvador Allende was elected president of Chile. Despite CIA efforts to buy votes to block Congressional approval of the electoral results and its manipulation of violent demonstrations and an assassination campaign to precipitate a military coup, Allende took office.

During Allende’s tenure as president the CIA financed a variety of “direct actions” –from paying the corrupt leaders of a copper workers union to stage strikes and the truck owners associations to refuse to transport goods to the cities, to manipulating right-wing terrorist groups like the Patria y Libertad (Fatherland and Liberty) in their assassination campaigns. The CIA’s destabilization program was specifically designed to provoke economic instability through artificial shortages and rationing, in order to incite middle class discontent. This was made notorious by the street demonstrations of pot-banging housewives. The CIA sought to incite a military coup through economic chaos. Thousands of truck owners were paid not to drive their trucks leading to shortages in the cities, while right-wing terrorists blew up power stations plunging neighborhoods into darkness and shop owners who refused to join the ‘strike’ against Allende were vandalized. On September 11, 1973, to the chants of ‘Jakarta’ (in celebration of a 1964 CIA coup in Indonesia), a junta of US-backed Chilean generals grabbed power from an elected government. Tens of thousands of activists and government supporters were arrested, killed, tortured and forced into exile. The dictatorship denationalized and privatized its mining, banking and manufacturing sectors, following the free market dictates of Milton Friedman-trained economists (the so-call “Chicago Boys”). The dictatorship overturned 40 years of welfare, labor and land-reform legislation which had made Chile the most socially advanced country in Latin America. With the generals in power, Chile became the ‘neo-liberal model’ for Latin America. Mob violence and the so-called “middle class revolt”, led to the consolidation of oligarchic and imperial rule and a17 year reign of terror under General Augusto Pinochet dictatorship. The whole society was brutalized and with the return of electoral politics, even former ‘leftist’ parties retained the dictatorship’s neo-liberal economic policies, its authoritarian constitution and the military high command. The ‘revolt of the middle class’ in Chile resulted in the greatest concentration of wealth in the hands of the oligarchs in Latin America to this day!

The Contemporary Use and Abuse of “Mass Revolts”” Egypt, Ukraine, Venezuela, Thailand and Argentina

In recent years “mass revolt” has become the instrument of choice when oligarchs, generals and other empire builders seeking ‘regime change’. By enlisting an assortment of nationalist demagogues and imperial-funded NGO ‘leaders’, they set the conditions for the overthrow of democratically elected governments and stage-managed the installment of their own “free market” regimes with dubious “democratic” credentials.

Not all the elected regimes under siege are progressive. Many ‘democracies’, like the Ukraine, are ruled by one set of oligarchs. In Ukraine, the elite supporting President Viktor Yanukovich, decided that entering into a deep client-state relationship with the European Union was not in their interests, and sought to diversify their international trade partners while maintaining lucrative ties with Russia. Their opponents, who are currently behind the street demonstrations in Kiev, advocate a client relationship with the EU, stationing of NATO troops and cutting ties with Russia. In Thailand, the democratically-elected Prime Minister, Yingluck Shinawatra, represents a section of the economic elite with ties and support in the rural areas, especially the North-East, as well as deep trade relations with China. The opponents are urban-based, closer to the military-monarchists and favor a straight neo-liberal agenda linked to the US against the rural patronage-populist agenda of Ms. Shinawatra.

Egypt’s democratically-elected Mohamed Morsi government pursued a moderate Islamist policy with some constraints on the military and a loosening of ties with Israel in support of the Palestinians in Gaza. In terms of the IMF, Morsi sought compromise. The Morsi regime was in flux when it was overthrown: not Islamist nor secular, not pro-worker but also not pro-military. Despite all of its different pressure groups and contradictions, the Morsi regime permitted labor strikes, demonstrations, opposition parties, freedom of the press and assembly. All of these democratic freedoms have disappeared after waves of ‘mass street revolts’, choreographed by the military, set the conditions for the generals to take power and establish their brutal dictatorship – jailing and torturing tens of thousands and outlawing all opposition parties.

Mass demonstrations and demagogue-led direct actions also actively target democratically elected progressive governments, like Venezuela and Argentina, in addition to the actions against conservative democracies cited above. Venezuela, under Presidents Hugo Chavez and Vicente Maduro advance an anti-imperialist, pro-socialist program. ‘Mob revolts’ are combined with waves of assassinations, sabotage of public utilities, artificial shortages of essential commodities, vicious media slander and opposition election campaigns funded from the outside. In 2002, Washington teamed up with its collaborator politicians, Miami and Caracas-based oligarchs and local armed gangs ,to mount a “protest movement” as the pretext for a planned business-military coup. The generals and members of the elite seized power and deposed and arrested the democratically-elected President Chavez. All avenues of democratic expression and representation were closed and the constitution annulled. In response to the kidnapping of ‘their president’, over a million Venezuelans spontaneously mobilized and marched upon the Presidential palace to demand the restoration of democracy and Hugo Chavez to the presidency. Backed by the large pro-democracy and pro-constitution sectors of the Venezuelan armed forces, the mass protests led to the coup’s defeat and the return of Chavez and democracy. All democratic governments facing manipulated imperial-oligarchic financed mob revolts should study the example of Venezuela’s defeat of the US-oligarch-generals’ coup. The best defense for democracy is found in the organization, mobilization and political education of the electoral majority. It is not enough to participate in free elections; an educated and politicized majority must also know how to defend their democracy in the streets as well as at the ballot box.

The lessons of the 2002 coup-debacle were very slowly absorbed by the Venezuelan oligarchy and their US patrons who continued to destabilize the economy in an attempt to undermine democracy and seize power. Between December 2002 and February 2003, corrupt senior oil executives of the nominally ‘public’ oil company PDVSA (Petróleos de Venezuela) organized a ‘bosses’ lockout stopping production, export and local distribution of oil and refined petroleum produces. Corrupt trade union officials, linked to the US National Endowment for Democracy, mobilized oil workers and other employees to support the lock-out, in their attempt to paralyze the economy. The government responded by mobilizing the other half of the oil workers who, together with a significant minority of middle management, engineers and technologists, called on the entire Venezuelan working class to take the oil fields and installations from the ‘bosses’. To counter the acute shortage of gasoline, President Chavez secured supplies from neighboring countries and overseas allies. The lockout was defeated. Several thousand supporters of the executive power grab were fired and replaced by pro-democracy managers and workers.

Having failed to overthrow the democratic government via “mass revolts”, the oligarchs turned toward a plebiscite on Chavez rule and later called for a nation-wide electoral boycott, both of which were defeated. These defeats served to strengthen Venezuela’s democratic institutions and decreased the presence of opposition legislators in the Congress. The repeated failures of the elite to grab power led to a new multi-pronged strategy using: (1) US-funded NGO’s to exploit local grievances and mobilize residents around community issues; (2) clandestine thugs to sabotage utilities, especially power, assassinate peasant recipients of land reform titles, as well as prominent officials and activists; (3) mass electoral campaign marches and (4) economic destabilization via financial speculation, illegal foreign exchange trading , price gouging and hoarding of basic consumer commodities. The purpose of these measures is to incite mass discontent, using their control of the mass media to provoke another ‘mass revolt’ to set the stage for another US-backed ‘power grab’. Violent street protests by middle class students from the elite Central University were organized by oligarch-financed demagogues. ‘Demonstrations’ included sectors of the middle class and urban poor angered by the artificial shortages and power outages. The sources of popular discontent were rapidly and effectively addressed at the top by energetic government measures: Business owners engaged in hoarding and price gouging were jailed; prices of essential staples were reduced; hoarded goods were seized from warehouses and distributed to the poor; the import of essential goods were increased and saboteurs were pursued. The Government’s effective intervention resonated with the mass of the working class, the lower-middle class and the rural and urban poor and restored their support. Government supporters took to the streets and lined up at the ballot box to defeat the campaign of destabilization. The government won a resounding electoral mandate allowing it to move decisively against the oligarchs and their backers in Washington.

The Venezuelan experience shows how energetic government counter-measures can restore support and deepen progressive social changes for the majority. This is because forceful progressive government intervention against anti-democratic oligarchs, combined with the organization, political education and mobilization of the majority of voters can decisively defeat these stage-managed mass revolts.

Argentina is an example of a weakened democratic regime trying to straddle the fence between the oligarchs and the workers, between the combined force of the agro-business and mining elites and working and middle class constituencies dependent on social policies. The elected-Kirchner-Fernandez government has faced “mass revolts” in the a series of street demonstrations whipped up by conservative agricultural exporters over taxes; the Buenos Aires upper-middle class angered at ‘crime, disorder and insecurity’, a nationwide strike by police officials over ‘salaries’ who ‘looked the other way’ while gangs of ‘lumpen’ street thugs pillaged and destroyed stores. Taken altogether, these waves of mob action in Argentina appear to be part of a politically-directed destabilization campaign by the authoritarian Right who have instigated or, at least, exploited these events. Apart from calling on the military to restore order and conceding to the ‘salary’ demands of the striking police, the Fernandez government has been unable or unwilling to mobilize the democratic electorate in defense of democracy. The democratic regime remains in power but it is under siege and vulnerable to attack by domestic and imperial opponents.

Conclusion

Mass revolts are two-edged swords: They can be a positive force when they occur against military dictatorships like Pinochet or Mubarak, against authoritarian absolutist monarchies like Saudi Arabia, a colonial-racist state like Israel, and imperial occupations like against the US in Afghanistan. But they have to be directed and controlled by popular local leaders seeking to restore democratic majority rule.

History, from ancient times to the present, teaches us that not all ‘mass revolts’ achieve, or are even motivated by, democratic objectives. Many have served oligarchs seeking to overthrow democratic governments, totalitarian leaders seeking to install fascist and pro-imperial regimes, demagogues and authoritarians seeking to weaken shaky democratic regimes and militarists seeking to start wars for imperial ambitions.

Today, “mass revolts” against democracy have become standard operational procedure for Western European and US rulers who seek to circumvent democratic procedures and install pro-imperial clients. The practice of democracy is denigrated while the mob is extolled in the imperial Western media. This is why armed Islamist terrorists and mercenaries are called “rebels” in Syria and the mobs in the streets of Kiev (Ukraine) attempting to forcibly depose a democratically-elected government are labeled “pro-Western democrats”.

The ideology informing the “mass revolts” varies from “anti-communist” and “anti-authoritarian” in democratic Venezuela, to “pro-democracy” in Libya (even as tribal bands and mercenaries slaughter whole communities), Egypt and the Ukraine.

Imperial strategists have systematized, codified and made operational “mass revolts” in favor of oligarchic rule. International experts, consultants, demagogues and NGO officials have carved out lucrative careers as they travel to ‘hot spots’ and organize ‘mass revolts’ dragging the target countries into deeper ‘colonization’ via European or US-centered ‘integration’. Most local leaders and demagogues accept the double agenda: ‘protest today and submit to new masters tomorrow’. The masses in the street are fooled and then sacrificed. They believe in a ‘New Dawn’ of Western consumerism, higher paid jobs and greater personal freedom . . . only to be disillusioned when their new rulers fill the jails with opponents and many former protestors, raise prices, cut salaries, privatize state companies, sell off the most lucrative firms to foreigners and double the unemployment rate.

When the oligarchs ‘stage-manage’ mass revolts and takeover the regime, the big losers include the democratic electorate and most of the protestors. Leftists and progressives, in the West or in exile, who had mindlessly supported the ‘mass revolts’ will publish their scholarly essays on ‘the revolution (sic) betrayed” without admitting to their own betrayal of democratic principles.

If and when the Ukraine enters into the European Union, the exuberant street demonstrators will join the millions of jobless workers in Greece, Portugal and Spain, as well as millions of pensioners brutalized by “austerity programs” imposed by their new rulers, the ‘Troika’ in Brussels. If these former demonstrators take to the streets once more, in disillusionment at their leaders’ “betrayal”, they can enjoy their ‘victory’ under the batons of “NATO and European Union-trained police” while the Western mass media will have moved elsewhere in support of ‘democracy’.

source

_____________________________________________________

*James Petras is a retired Bartle Professor (Emeritus) of Sociology at Binghamton University in Binghamton, New York and adjunct professor at Saint Mary’s University, Halifax, Nova Scotia, Canada who has published prolifically on Latin American and Middle Eastern political issues.

He is the author of more than 62 books published in 29 languages, and over 600 articles in professional journals, including the American Sociological Review, British Journal of Sociology, Social Research and Journal of Peasant Studies. He has published over 2000 articles in publications such as the New York Times, The Guardian, The Nation, Christian Science Monitor, Foreign Policy, New Left Review, Partisan Review and Le Monde Diplomatique. Currently he writes a monthly column for the Mexican newspaper, La Jornada, and previously, for the Spanish daily, El Mundo.[1] His commentary is widely carried on the internet and radio stations around the world.

Petras describes himself as a “revolutionary and anti-imperialist” activist and writer.[citation needed]. He was a founding member of the Young Socialist Alliance and early articles by him appeared in the The Young Socialist in 1959 and 1960. He’s listed as the Bay Area correspondent for the paper for several issues.[6] He has a long history of commitment to social justice,

Ariel Sharon is Dead: His Crimes will Not be Buried with Him

images (5).
by James Petras*

Introduction: Ariel Sharon was a serial mass murderer, engaged in massacres of unarmed victims in four countries, of all ages and conditions. He was a “hero” for hundreds of thousands of Israeli Jews who settled on land and in houses seized from Palestinians in the West Bank. He was praised by Western leaders at his funeral for his violent, lifelong opposition to Arab nationalist movements throughout the Middle East.

That he was a fanatical upholder of Jewish supremacist policies and practices did not go unnoticed by wealthy Zionist donors in the US. During his tenure as a senior official in numerous Israeli regimes, they contributed hundreds of millions of dollars for Greater Israel and extracted nearly a $100 billion more from the US Treasury. Israeli leaders praise of Sharon as a valiant, brilliant and legendary military leader is echoed in the US mass media and repeated by most Western leaders. He was, in the view of his US adulators, a powerful leader who defied world public opinion in his defense of Israel, who seized Palestinian and Syrian territory and who was willing to strike an independent policy even against Israel’s main benefactors in Europe and North America

This essay does not simply recount Sharon’s lifelong criminal record. The story we will relate has more to do with (1)the crimes that continue to live after him; (2) the political and military context which allowed him to butcher non-Jewish populations with impunity; (3)the psychological core of Sharonist impudence and arrogance which is so deeply etched in the political psyche of all of Israel’s contemporary leaders.

This paper will critically address several issues regarding the Sharon cult (in Israel and abroad) which presents him as a fearless and successful military leader; a formidable world political statesman, who successfully imposed Israel’s will throughout the Middle East and beyond.

Genocide at the Service of Nationhood

Sharon’s record as a serial genocider is beyond dispute. As early as the ‘founding years’ of Israel in 1947 – 1948 Sharon was commander of the murderous Alexandroni and then the Golani Brigade which murdered, uprooted and terrorized thousands of lifelong Palestinian residents. He later was the commander of Unit 101, an Orwellian Death Squad, which reduced villages to rubble, blowing up homes, where mostly women and children were hiding. In October 1953, Sharon assaulted the Jordanian village of Qibya blowing up forty-five houses and killing sixty-nine civilians, the vast majority women and children. In the early 1950’s Sharon ruled over Palestinian settlements with an iron fist, murdering dissidents, arresting and torturing protestors on a mass scale. On October 29, 1956 Israeli, British and French troops invaded Egypt to seize the Suez Canal and recolonize the country. Colonel Sharon led the 202th Paratroop Brigade which seized the Mitla Pass and covered himself with gore – murdering all the Egyptian military and civilian prisoners. The Israeli military advance was stopped cold despite its military alliance and supply from Britain and France. President Eisenhower told the Israelis and their French and English allies to end their aggression and proceeded to cut off all military and economic aid to Israel; shut off IMF funding for England and France’s post WW II bankrupt economies. US Zionists using their leverage in the Democratic party especially over Lyndon Johnson, House Minority Leader, to block Eisenhower’s economic sanctions and to support Israel’s invasion. Eisenhower rejected Zionist pressure and went to the UN Security Council where his armistice and withdrawal proposal was vetoed by France and Britain. Eisenhower then called a special session of the General Assembly where he triumphed by a 12 to 1 margin. France, Britain and Israel were defeated and forced to retreat. No other President before or since Eisenhower ever took a forthright stand against Israeli colonial wars and territorial seizures.

During the Egyptian invasion, Sharon’s military leadership was severely questioned by his Israeli superiors. His troops suffered the highest casualties of any unit because of his order to attack heavily fortified Egyptian emplacements when Israeli air power could have done more with less.

During the so-called Six Day War (June 5 -10, 1967), Israel’s sneak attack on Jordan, Syria and Egypt, resulted in the seizure and occupation of vast areas and the conquest of millions of Palestinians. Sharon’s military achievements included the wholesale massacre of Egyptian prisoners of war.. President Lyndon Johnson, totally under the thumb of his Zionist fundraisers, not only supported Israel’s war of aggression but acquiesced in Israel’s bombing of the US intelligence ship the Liberty and the killing and maiming of over 200 US sailors. In the 1973 Yom Kipper War, Sharon and the Israeli high command were on the verge of military defeat by the Egyptian and Syrian armed forced intent on liberating occupied territories, until Kissinger airlifted 22,395 tons of weapons to Israel, including scores of fighter planes, helicopters and transport planes to turn the tide.

From the Yon Kipper debacle onward, Israel never lacked for US military and political backing and diplomatic protection in its military invasions, colonial settlements and air assaults on Arab countries and inhabitants.

Upward Advance: Master of Massacres and Mediocrity

Sharon’s political career was aided by his leading role in massacring Palestinians in Lebanon and in the Occupied Territories. In Lebanon, Sharon slaughtered 2000 children and women at the Sabra and Shatila refugee camp. He certainly did not rise to political power for his mediocre performance during the Suez crises and Yon Kippur war. In fact, when Sharon faced well-trained and well-armed military forces, as was the case during the Hezbollah war in 2006, he was even less than a mediocre commander. Only against civilians and poorly trained irregulars did he “succeed”. Only where he could murder and dispossess hundreds of thousands of unarmed civilians and settle Israeli Jews was he glorified as the “King of the Jews” by the Israeli settler population.

World leaders praise Sharon because of his power and usefulness in smashing nationalist Arab-dissent. Sharon’s ascent to the Pantheon of world statesman was greased by the western mass media, who to no small extent, sup at the table of his main Zionist benefactors. Sharon’s “legendary history” is media manufactured to fit the requirements of his western Zionist power brokers.

The Context of Sharon’s and Israeli Ascendancy

Israel cannot and does not wield power on the bases of its military capability or performance – it operates on borrowed power. When the US was ruled by a President who rejected Zionist influenced Congressional pressure and used available economic and political leverage, Israel retreated, surrendered captured territory and abided by UN sanctions. In other words, Israel’s war aims and its bellicose behavior, is dependent on the power of the Zionist power configuration in the US to turn Washington in its favor.

The Israeli leaders and most, especially Sharon, learned the lesson of the Eisenhower experience. The key to regional power lies in the capacity of American Zionists to control Washington’s decision-makers. In the blunt language of Sharon, in reply to Shimon Peres on Koi Yisrael radio (October 3, 2001) “Every time we do something, you (Peres) tell me, Americans will do this and that. I want to tell you something very clear. Don’t worry about American pressure on Israel. We the Jewish people control America and the Americans know it”.

In this, his comment on the relations of power between Israel and the United States, Sharon is also providing an insight into his own importance and influence. Sharon the “legendary military leader” is a complete artifact of the real power that the Zionists wield in the US on behalf of Israel.

Sharon is, in a sense, a “cardboard general” who has lost or nearly lost the most important battles in his career – beginning with Suez in 1956, Yom Kippur in 1973 and Lebanon in 2006. Israel has prospered economically and become a major military power largely through over $130 billion dollar transfers from the US Treasury over the past half century; plus tens of billions in favorable trade concessions; plus ‘imports’ of highly trained professionals from the US and Russia (educated by the tax payers of those countries); and more recently billions more in “venture capital” by overseas speculators. In other words, Israel is an artifact of the ‘power of extraction and transfer’ by its overseas acolytes embedded in the US political and economic power structure.

Without the influence and material privileges which have accumulated over four decades, Sharon would have ended his mediocre military career as a crabby second rate politician, barking “blood libels” at his adversaries in the Knesset.

But as circumstances dictated Sharon was not an insignificant figure. His brutal colonial policies reflected the Israel-Jewish political tradition and shaped what has become a dangerous ethno-supremacist ideology, which unfortunately has traversed across borders and entered into the consciousness of many Zionists.

It was one thing to joke, as many of us did in our university days, about the ghetto expression “Is it good for Jews?. It is another for leaders in positions of power to apply this ethnocentric criteria to American foreign policy, personnel recruitment and professional appointments. That is the real legacy of Ariel Sharon: the legacy of an Israel -centered world built on ideology of ethno-religious supremacy which displays superiority and disdain for non-Jews. For the ethnic supremacists like Sharon, most Americans exist to pay tribute and fight wars for Israel and to keep a tight lip about it.

A Final Word on the Sharon Legacy

Let it be said, here and now, that Sharon’s presumption to speak for “the Jewish people” confused his rabid electoral supporters in Israel and blind adherents among US Zionist leaders, with a growing number of Jews and ex-Jews who detested him and scorn his legacy. His boast that “Jews control America” has dangerous implications, especially in the context of growing popular malaise in these United States. Sharon’s claim that Americans knowingly submit to a foreign tyranny, is very provocative especially if and when Americans begin to wake up— and it will be the majority of Jews, who neither abide by Sharon’s legacy nor share his naked contempt for non-Jews, who will pay a painful price.

The Sharon legacy lives on, among his epigones at the prestigious universities and with the billionaires who bankroll the Democratic Party. Sharon’s Israel First legacy lives on with the government officials who betray the trust of the American people and prostrate themselves before his present-day disciples (Klansmen with yarmulkes), the Avigdor Lieberman’s, Naftali Bennett’s and Netanyahu’s who execute the Sharon legacy of dispossession and assassination of unarmed Palestinian people. Ariel Sharon is dead but his crimes will not be buried. They live on in the policies of the Netanyahu regime but also in the collective memory of humanity in its struggle for freedom and self-determination.

source

____________________________________________________

*James Petras is a retired Bartle Professor (Emeritus) of Sociology at Binghamton University in Binghamton, New York and adjunct professor at Saint Mary’s University, Halifax, Nova Scotia, Canada who has published prolifically on Latin American and Middle Eastern political issues.

He is the author of more than 62 books published in 29 languages, and over 600 articles in professional journals, including the American Sociological Review, British Journal of Sociology, Social Research and Journal of Peasant Studies. He has published over 2000 articles in publications such as the New York Times, The Guardian, The Nation, Christian Science Monitor, Foreign Policy, New Left Review, Partisan Review and Le Monde Diplomatique. Currently he writes a monthly column for the Mexican newspaper, La Jornada, and previously, for the Spanish daily, El Mundo.[1] His commentary is widely carried on the internet and radio stations around the world.

Petras describes himself as a “revolutionary and anti-imperialist” activist and writer.[citation needed]. He was a founding member of the Young Socialist Alliance and early articles by him appeared in the The Young Socialist in 1959 and 1960. He’s listed as the Bay Area correspondent for the paper for several issues.[6] He has a long history of commitment to social justice,

Πρωτοφανής συγκέντρωση του ΕΠΑΜ στην Καλλιθέα

Λογότυπο ΕΠΑΜ

Οι πολίτες με μοναδική συμμετοχή κήρυξαν την έναρξη διαλόγου για τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα!

Ήταν πέρα από κάθε προσδοκία! Ο κόσμος γέμισε τον κινηματογράφο Καλυψώ, με καθιστούς και όρθιους, στην πλατεία και τον εξώστη, ενώ δεκάδες πολίτες, όλων των ηλικιών, παρέμεναν στο πεζοδρόμιο καθ΄όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης. Από την άλλη δεν μπορούν να μετρηθούν αυτοί που ήρθαν και δεν μπόρεσαν καν να μπουν μέσα στην αίθουσα, λόγω του κόσμου και αναγκάστηκαν να φύγουν.

Σε όλους αυτούς όμως το ΕΠΑΜ δίνει μια υπόσχεση: να βρεθεί σε κάθε συνοικία της Αθήνας και να συζητήσει το πρόγραμμα του για μια κυβέρνηση παλλαϊκού Μετώπου και τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα.

Η επιτυχία αυτής της εκδήλωσης αποτελεί για το ΕΠΑΜ εναρκτήριο λάκτισμα σε μια πορεία ενημέρωσης του λαού για τη διέξοδο από την κρίση και ανατροπή αυτού του καθεστώτος με συγκεκριμένα βήματα και προτάσεις.

Δ.Καζάκης: «Δεν μπορεί να είναι φιλολαϊκή δύναμη όποιος αναγνωρίζει το χρέος»

«Η Ελλάδα βρίσκεται στην κοιλιά ενός θηρίου. Έχει αρχίσει η διαδικασία της πέψης και το θηρίο ετοιμάζεται να μας αφοδεύσει. Κάποιοι αυτό το θεωρούν επιτυχία γιατί θα βγεις αλλά φαντάσου σε τι κατάσταση θα βρίσκεσαι”. Έτσι άρχισε την ομιλία ο γ.γ. του ΕΠΑΜ, Δημήτρης Καζάκης και συνέχισε: «προσπαθούν να μας πείσουν ότι επειδή χρωστάμε δεν έχουμε δικαιώματα. Ότι δε μας αξίζει αυτός ο τόπος άρα δεν οφείλουμε να τον υπερασπιστούμε».

_MG_2372--M

_MG_2417--M

«Λένε στον ελληνικό λαό πως επειδή χρωστά δεν έχει δικαιώματα και πολύ περισσότερο πως δεν μας αξίζει αυτό ο τόπος και άρα ορθώς δεν τον υπερασπιζόμαστε…. Μας κατατάσσουν στα αποτυχημένα κράτη, γιατί θέλουν τα μη βιώσιμα στοιχεία να τα δώσουν στους δανειστές. Δεν έχουν όμως υπολογίσει τον αστάθμητο παράγοντα που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον λαό ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να κάνει την ανατροπή» τόνισε για να συνεχίσει «Μπορούμε να απαλλαγούμε από το χρέος; Ναι μέσα από τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Δεν πρέπει να σώσεις μόνο την “πολυκατοικία” πρέπει να έχει και την κυριαρχία του οικοπέδου. Οικειοθελώς οι προδότες απεμπόλησαν την εθνική κυριαρχία γιατί χωρίς τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν έχουμε λόγο να συζητούμε το οτιδήποτε. Όσοι το πράττουν έχουν περάσει στην αντίπερα όχθη του εχθρού. Αναγνώριση το χρέους σημαίνει αναγνώριση μεθοδεύσεων και μερική αθώωση όλων όσοι έβαλαν τη χώρα στο χρέος. Δε μπορεί λοιπόν σήμερα να υπάρχει φιλολαϊκή δύναμη που να αναγνωρίζει το χρέος, έστω και μερικά!»

Δείτε το βίντεο της ομιλίας του Δ. Καζάκη

_MG_3938--M

«Η χώρα πρέπει να μείνει έρμαιο των πολυεθνικών συγκροτημάτων και της παρασιτικής ελίτ που υπηρετεί τα συμφέροντα τους, για αυτό δεν παρουσιάζουν ένα πραγματικό σχέδιο ανάπτυξης» υπογράμμισε ο Όθωνας Κουμαρέλλας, Β΄συντονιστής της Πολιτικής Γραμματείας του Ε.ΠΑ.Μ.
«Μας έστρεψαν στον τουρισμό και τις υπηρεσίες ως πρότυπο ανάπτυξης. Να περνάμε καλά κι ας γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης. Διότι κανείς δεν σκέφτηκε ότι αν δεν υπάρχει ένα σοβαρό παραγωγικό υπόβαθρο η χώρα καθίσταται ευάλωτη στην κατάρρευση. Δεν υπάρχουν μοντέλα. Στόχος είναι η ευημερία του τόπου” προσέθεσε και συνέχισε: «Απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία θα πρέπει να αντιτάξουμε μια εθνική οικονομία. Πως μπορούμε να το πράξουμε: Με την ανάκτηση της εσωτερικής αγοράς αλλά και ενός κράτους που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του έθνους και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η εθνική οικονομία πρέπει να οικοδομηθεί προς όφελος του λαού με σκοπό την κοινωνική ευημερία. Για αυτό χρειάζεται μια Συντακτική Εθνοσυνέλευση και ένας καταστατικός χάρτης» .

Δείτε το βίντεο της ομιλίας του Ό. Κουμαρέλλα

_MG_2375--M

«Οι νέοι πρέπει να συμμετάσχουν, ο καθένας από το μετερίζι του, στη γενική πολιτική απεργία για την ανατροπή της δωσιλογικής κυβέρνησης» τόνισε ο εκπρόσωπος της νεολαίας του ΕΠΑΜ, Αλέξης Ξιφαράς που συμπλήρωσε: «Κάποιοι αντιλαμβάνονται την κρίση σα φυσικό φαινόμενο, κάτι σαν κρυολόγημα που θα περάσει μόνο του, αρκεί να μην προκαλούμε την εξουσία. Θα διαψευσθούν οικτρά».

«Για να ανατραπεί αυτή η δωσιλογική κυβέρνηση πρέπει να υπάρξει ενεργή συμμετοχή των νέων μέσα από την οργάνωση εκδηλώσεων ενημέρωσης, συζήτησης, αλληλεγγύης και στήριξης στρωμάτων που πλήττονται. Ο κατήφορος και η μαυρίλα θα λάβουν τέλος. Μοναδικά σημεία αναφοράς μας είναι η Δημοκρατία, η ισηγορία, η ισονομία και η παρρησία” είπε χαρακτηριστικά ο Αλέξης Ξιφαράς.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας του Α. Ξιφαρά

_MG_2364--2M

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Στην εκδήλωση θερμό χαιρετισμό από καρδιάς απηύθυνε ο πρόεδρος του κινήματος “Δραχμή πέντε αστέρων” Θεόδωρος Κατσανέβας ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά τα εξής

O Γιώργος Κωνσταντινίδης μέλος του αγγλικού κόμματος UKIP, επικεφαλής του οποίου είναι ο Νάιτζελ Φάρατζ, απευθυνόμενος στον κόσμο που γέμισε ασφυκτικά τον κινηματογράφο ΚΑΛΥΨΩ τους ζήτησε να μην χάσουν την ελπίδα τους και να παραμείνουν ενωμένοι (δείτε εδώ το χαιρετισμό του).

Η βουλευτής των ΑΝΕΛ, Ραχήλ Μακρή δήλωσε πως χαίρεται ιδιαίτερα που βρίσκεται ανάμεσα σε άτομα που μπορεί να έχουν διαφορές, έχουν όμως τον ίδιο στόχο σε ένα κοινό αγώνα που δεν είναι άλλος από τη ανατροπή αυτού του συστήματος (δείτε το χαιρετισμό της εδώ).

Το μέλος του ΔΗΚΚΙ και Συνταγματολόγος Ηλίας Νικολόπουλος παρουσίασε αναλυτικά σε ποια σημεία έχει γίνει παραβίαση το Συντάγματος και δήλωσε πως σε όλους αυτούς που το έπραξαν πρέπει να αποδοθούν ευθύνες για εσχάτη προδοσία (δείτε εδώ τον χαιρετισμό του).

To Φάουλ του κ. Αλαβάνου

Λογότυπο ΕΠΑΜ

Σε εκπομπή του κ. Σ. Κοτρώτσου στο real FM, ο καλεσμένος του, επικεφαλής του «Σχεδίου Β’» κ. Αλαβάνος, σε ερώτηση του δημοσιογράφου γιατί δεν παρέστη στην εκδήλωση του Ε.Πα.Μ. στην Καλλιθέα για την παρουσίαση του προγράμματος του Μετώπου, μολονότι ήταν προσκεκλημένος, απάντησε επακριβώς: «όταν γίνεται ένα εγχείρημα έχει μια σημασία να έχεις μια συνάντηση στους στόχους που θέτεις, έχει σημασία όμως εάν θες να δώσεις κάτι καινούργιο, να μην έχεις επιβαρύνσεις οι οποίες είναι πάρα πολύ σημαντικές. Το ΕΠΑΜ στις προηγούμενες εκλογές κατέβηκε μαζί με τον κ. Παπαθεμελή, ο κ. Παπαθεμελής είναι ένας εκφραστής ενός εθνικισμού καθαρά και μιας έτσι πολύ, τι να την πω, μη, δεν να θέλω να χρησιμοποιήσω, έτσι πολύ συντηρητικής άποψης σε μια σειρά ζητήματα, ή όταν βλέπουμε εμείς το ΕΠΑΜ να λέει ότι θα τραβήξει στην δικαιοσύνη όχι μόνο τους υπεύθυνους της κυβέρνησης αλλά και τους υπεύθυνους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θεωρούμε ότι είναι μερικά πράγματα τα οποία εμείς δεν έχουμε καμία μα καμία σχέση καλό είναι να υπάρχουνε ενότητες αλλά όχι χωρίς κανένα όρο, καταλάβατε, έτσι θα κάνατε κι εσείς».

Καταρχάς οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τον κ. Αλαβάνο για την δήλωσή του. Ο λόγος είναι απλός. Μετά από τόσα καλέσματα του ΕΠΑΜ, τα οποία απευθύνθηκαν και στο Σχέδιο Β΄ του κ. Αλαβάνου, μάθαμε τελικά τον λόγο που το συγκεκριμένο σχήμα ποτέ, μα ποτέ δεν ανταποκρίθηκε. Ούτε καν έκανε τον κόπο να μας απαντήσει. Τώρα, μας λύθηκε επιτέλους η εύλογη απορία.

Ωστόσο θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εξής:

Συνεργασία δεν σημαίνει ταύτιση

Ο κ. Αλαβάνος δεν επιθυμεί καν επαφή με το ΕΠΑΜ διότι, όπως λέει, διαφωνεί με την εκλογική συνεργασία του ΕΠΑΜ με το κόμμα του κ. Παπαθεμελή στις εκλογές του 2012. Πολύ διαφωτιστικό. Κι ενδεχομένως πολύ ενδιαφέρον, αλλά παντελώς άσχετο. Συνεργασία δεν σημαίνει ταύτιση. Ούτε παντρειά, πολιτική ή εκλογική. Σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό: διάθεση για τον από κοινού αγώνα για τον κοινό στόχο. Αν βέβαια υπάρχει τέτοια διάθεση και τέτοιος κοινός στόχος. Συνεργασία σημαίνει βαδίζουμε χώρια, αλλά χτυπάμε μαζί.

Επομένως δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα, ούτε να ταυτιζόμαστε πλήρως σε τακτικές, ή άλλες επιλογές. Χρειάζεται απλά καλή πρόθεση, ειλικρίνεια και ανοιχτός πολιτικός διάλογος ώστε να αναμετρηθούν συγκλήσεις και αποκλίσεις. Έτσι εννοούμε εμείς στο ΕΠΑΜ το κάλεσμα για συνεργασία. Δεν ζητήσαμε ποτέ να ταυτιστεί κάποιος άλλος μαζί μας και πολύ περισσότερο ο κ. Αλαβάνος. Δεν ψάχνουμε για γιουσουφάκια, ούτε για υποτελείς με πρόσχημα την συνεργασία. Εμείς είμαστε ανοιχτοί στον πολιτικό διάλογο γιατί δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε, ούτε διαθέτουμε κρυφές ατζέντες. Να γιατί το ΕΠΑΜ καλεί και θα καλεί διαρκώς σε διάλογο και συνεργασία πάνω σε κοινούς στόχους, ανεξάρτητα από επιμέρους ιδεολογικές, πολιτικές ή άλλες διαφορές, ενώ ο κ. Αλαβάνος όχι.

Ο πατριωτισμός δεν είναι εθνικισμός

Δεν γνωρίζουμε επακριβώς τι εννοεί εθνικισμό ο κ. Αλαβάνος. Ο κ. Αλαβάνος έχει εγκαταλείψει εδώ και πολλά χρόνια το αίτημα για εθνική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία ως πρώτιστο και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα ενός λαού. Έχει από παλιά ενστερνιστεί την αποικιοκρατική ιδεολογία του ευρωπαϊσμού, την οποία και υπηρέτησε στην ευρωβουλή για δεκαετίες, αλλά και στην μετέπειτα πολιτική πορεία του. Έστω κι αν προσπαθεί να την μεταμφιέσει με αριστερή φρασεολογία.

Επομένως δεν είναι ο πλέον κατάλληλος να μας μιλήσει περί εθνικισμού, μιας και συνηθίζει – όπως όλες οι δεξιές και αριστερές ιδεολογίες της αποικιοκρατίας – να ταυτίζει τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό και να χαρίζει στην σκοταδισμό τα εθνικά σύμβολα ενότητας του ελληνικού λαού. Όταν ο λαός απειλείται από την πιο αδίστακτη καταπίεση και αφανισμό, όπως σήμερα με το καθεστώς του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε η υπεράσπιση της πατρίδας εκτός από καθήκον αποτελεί βασικό πρόταγμα για όποιον θέλει να μιλά από την σκοπιά των συμφερόντων των εργαζόμενων μαζών.

Προφανώς ο κ. Αλαβάνος δεν αγωνίζεται για τα ανεκπλήρωτα δίκαια του ελληνικού λαού, την εθνική ανεξαρτησία, την λαϊκή κυριαρχία και την κοινωνική χειραφέτηση, αλλά για το «σχέδιο β» της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας. Ίσως γι’ αυτό να φοβάται τόσο πολύ ακόμη έναν ανοιχτό διάλογο με συμμετοχή και του ΕΠΑΜ. Πάντως εμείς δεν φοβόμαστε.

Αριστερός δεν σημαίνει και προοδευτικός

Δεν γνωρίζουμε επίσης τι εννοεί ο κ. Αλαβάνος συντηρητική άποψη. Προφανώς όποιος διαφωνεί με την προσωπική αριστερή ιδεολογία του κ. Αλαβάνου, εκλαμβάνεται ως συντηρητικός. Λυπούμαστε που η προσωπική του ιδεολογία αποτελεί μέτρο για όλους τους άλλους. Να γιατί αδυνατεί να κατανοήσει τι σημαίνει διάλογος και συνεργασία. Το να αναφέρεται κανείς μόνο σε ομοϊδεάτες του σημαίνει ότι δεν θέλει ανοιχτό διάλογο, αλλά μονόλογο σε παραλλαγές. Ούτε ψάχνει για ειλικρινή συνεργασία, αλλά για ακολούθους, ή οπαδούς.

Το δόγμα πας μη αριστερός, βάρβαρος, που φαίνεται να διαπερνά τη συλλογιστική του κ. Αλαβάνου δεν είναι παρά η άλλη όψη του Ιανού, που θέλει πας μη δεξιός, βάρβαρος. Μόνο που αυτή η λογική θέλει διασπασμένο τον λαό σε δεξιούς και αριστερούς και τον εμφύλιο μοναδική διέξοδο. Σε τι διαφέρει άλλωστε από την εθνικιστική παραλλαγή, πας μη Έλλην, βάρβαρος;

Επιπλέον δεν κατανοούμε τι σημαίνει συντηρητισμός για τον κ. Αλαβάνο. Συντηρητισμός δεν είναι να υποστηρίζει κανείς όλα αυτά τα χρόνια κάθε μεγάλη πολιτική επιλογή του κατεστημένου, όπως έκανε ως ευρωβουλευτής ο κ. Αλαβάνος; Συντηρητισμός δεν είναι να μιλά κανείς για εθνικό νόμισμα ως «σχέδιο β» για τις ίδιες δυνάμεις που σήμερα έχουν ως «σχέδιο α» το ευρώ; Συντηρητισμός δεν είναι να υιοθετεί κανείς τον παραδοσιακό χειρισμό του εθνικού νομίσματος μέσα από υποτιμήσεις, διολισθήσεις και πληθωρισμούς που ευνοούν μόνο τους κερδοσκόπους της αγοράς και τις μονοπωλιακές καταστάσεις; Συντηρητισμός δεν είναι και μάλιστα χειρίστου είδους, όταν αρνείται κανείς να δει το εθνικό νόμισμα από την σκοπιά της κατάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας για έναν λαό, όπως είναι ο ελληνικός;

Τιμωρία των ενόχων και των συνεργών τους

Δεν αρέσει στον κ. Αλαβάνο το πρόταγμα του ΕΠΑΜ που ζητά να λογοδοτήσουν όλοι όσοι συνέβαλαν στην σημερινή τραγωδία. Δικαίωμά του. Ας μην ενταχθεί στο ΕΠΑΜ. Δεν του το ζήτησε κανείς. Ζούμε, όπως αντιλαμβάνεται από την εμπειρία του κάθε λογικός και νοήμων άνθρωπος που κατοικεί σ’ αυτή την χώρα, σε περίοδο κατάφωρης πολιτικής ανωμαλίας. Προϊόν πραξικοπήματος και αλλοίωσης των θεμελιωδών βάσεων του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος της χώρας μετά από σφετερισμό της εξουσίας από τους κυβερνώντες. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα κατοχής αποικιοκρατικού τύπου, με τον λαό να χάνει κάθε δικαίωμα στην πατρίδα του και να μετατρέπεται σε σύγχρονο δουλοπάροικο του χρέους.

Προφανώς ο κ. Αλαβάνος δεν το έχει αντιληφθεί. Ή δεν τον ενοχλεί και τόσο που η χώρα τελεί υπό καθεστώς αποικιοκρατικής κατοχής με επιτρόπους να ελέγχουν ολόκληρο το κράτος. Ίσως όλα αυτά να του φαίνονται φυσιολογικά. Εμείς απλά θα ρωτήσουμε το εξής: Πώς είναι δυνατόν να μιλά κανείς για δικαιώματα και ανάγκες των εργαζομένων, για στροφή στην πολιτική και τα παρόμοια, όταν δεν καταδέχεται, ή δεν αντιλαμβάνεται ότι η προάσπιση, ανάκτηση και κατοχύρωση των πιο θεμελιωδών δικαιωμάτων αυθυπαρξίας ενός λαού και μιας χώρας είναι υπεράνω όλων; Πώς θα τα καταφέρει όλα τα άλλα; Με τη σύμφωνη γνώμη των αποικιοκρατών;

Ο κ. Αλαβάνος δεν έχει καμιά πρόθεση να αμφισβητήσει ούτε το χρέος, ούτε το καθεστώς δεσμεύσεων της χώρας. Διότι αν είχε τέτοια πρόθεση, θα ήξερε την καθοριστική σημασία του να λογοδοτήσουν οι υπαίτιοι της τραγωδίας. Δεν είναι μόνο η δίκαιη αγανάκτηση του λαού που ζητά λύτρωση. Χωρίς να καθίσουν στο σκαμνί αυτοί που προσυπέγραψαν την καταδίκη του ελληνικού λαού, αλλά και αυτοί που νομιμοποίησαν με την παρουσία τους στην Βουλή αυτή την διαδικασία σφετερισμού, δεν μπορούν να καταγγελθούν συμβάσεις και δεσμεύσεις. Η αντιπολίτευση νομιμοποίησε και νομιμοποιεί αυτή την διαδικασία, όχι μόνο με την παρουσία της, αλλά πρωτίστως με το γεγονός ότι αρνείται πεισματικά να προτάξει και να αγωνιστεί εναντίον του σφετερισμού και της εσχάτης προδοσίας. Και μάλιστα υιοθετώντας όλη την επιχειρηματολογία των σφετεριστών της εξουσίας.

Δεν ξέρουμε τι ενοχλεί τον κ. Αλαβάνο σε όλα αυτά. Ούτε τι έχει να φοβάται. Αυτό που εμείς ξέρουμε και το ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα είναι ότι την ανατροπή αν δεν την επιφέρει ο ίδιος λαός με τις δικές του δυνάμεις, τότε είτε θα δεν θα έρθει ποτέ, είτε θα έρθει ως φάρσα εναντίον του λαού. Και για να γλυτώσουμε από την σημερινή κόλαση είναι αναγκαίο να ενωθεί όχι η όποια αριστερά ή όποια δεξιά, αλλά ο ίδιος ο λαός πάνω και πέρα από αριστερά και δεξιά. Όπως ακριβώς συνέβη την εποχή της εθνικής αντίστασης.

Αυτό είναι που αδυνατεί να κατανοήσει ο κ. Αλαβάνος και είναι απολύτως φυσιολογικό. Ποτέ δεν πολιτεύτηκε στην ζωή του με γνώμονα τα συμφέροντα του λαού, μέσα στον ίδιο τον λαό για να μάθει πως σκέφτεται και κυρίως πως ζει ο ίδιος ο λαός. Αυτό που τον ενδιαφέρει μόνο είναι οι εκλογές, υιοθετώντας αιτήματα που ποτέ του δεν πίστεψε και ούτε ξέρει να υπερασπιστεί. Δεν επενδύει στον μαζικό λαϊκό αγώνα, όπου είναι ανύπαρκτος, αλλά στην διάθεση συγκεκριμένων μέσων μαζικής ενημέρωσης να τον χρησιμοποιήσουν για να κόψουν ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δικαίωμά του. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του και κρίνεται γι’ αυτές.

Αθήνα 24 Ιανουαρίου 2014

Το Γραφείο Τύπου του Ε.Πα.Μ.

Αναρτήθηκε από ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΖΑΚΗΣ στις 8:46 π.μ.

Costas Lapavitsas Discusses the Financialization of Capitalism

 

Professor Costas Lapavitsas, School of Oriental and African Studies.

Professor Costas Lapavitsas, School of Oriental and African Studies. (Photo: UNCTAD)

The neoliberal capture of the state has laid the ground for the financialization of capitalism, a stage of capitalism that cannot be reversed without developing new methods of public provision in housing, education, health, pensions and the other sources financialization has used to create profit.

This is the crux of the argument advanced in Costas Lapavitsas’s latest work, Profiting without Producing: How Finance Exploits Us All, recently released by Verso Books.

With this book, Lapavitsas sheds much light into one of the most misunderstood processes in the evolution of capitalism, correcting in the process the tendency on the part of many “progressive” economists to regard regulation as the ultimate solution to the exploitative nature of finance capital. For Lapavitsas, the struggle against finance capital is simultaneously a struggle against capitalism and for democratic socialism. This interview is also appearing in the Greek Sunday newspaperEleftherotypia.

Costas Lapavitsas is a professor of economics at the School of Oriental and African Studies, University of London. He is the author, co-author and editor of scores of books, including Financialization in CrisisCrisis in the Eurozone and Development Policy in the Twentieth-First Century: Beyond the Post-Washington Consensus. He has published hundreds of articles and is a regular contributor to The Guardian.

C.J. Polychroniou: The landscape of contemporary capitalism has been shaped by neoliberalism, globalization and financialization. Your new book deals with the financialization of capitalism. First, what does financialization mean for you, and in what ways does it represent a new feature of capitalism?

Costas Lapavitsas: For me, financialization represents a new historical period in the development of capitalism. Marxist political economy typically recognizes three great periods: laissez-faire capitalism around the middle of the 19th century, monopoly capitalism toward the end of the 19th century and imperialism that lasted perhaps until the Second World War. The 70 years since the war have been very difficult to categorize, not least because of the extraordinary Long Boom that lasted until the early 1970s, with unprecedented growth rates, rising incomes and greater equality. The Long Boom has been followed by four decades of indifferent growth, often stagnant incomes and rising inequality. In my view, financialization is a term that adequately characterizes this period. Its dominant feature has been the extraordinary rise of finance, which has come to penetrate areas of economic and social activity previously relatively distant to it.

More specifically, I understand financialization as a historical period characterized by three closely related tendencies at the molecular level of capitalist accumulation. First, big industrial and commercial capital has become “financialized,” i.e. it has ample retained profits to finance investment but often uses the funds to engage in financial transactions with a view to extracting financial profit. Second, big banks engage less in lending to big capital, while seeking profits by transacting in financial markets as well as by dealing with individuals and households. Third, households have been drawn into the orbit of formal finance, both to borrow and to hold financial assets. A key reason is the retreat of public provision in housing, education, health, pensions, and so on, typically replaced by private provision. Private finance has emerged as the mediator of access to these very important goods and services for households and individual workers.

How does finacialization relate to the other two forces in contemporary capitalism – neoliberalism and globalization?

I see neoliberalism as an ideological framework that has critically shaped economic theory and policy during the last four decades. It has determined the institutional setting of financialization through, above all, the deregulation of financial and labor markets. I find Mirowski’s argument that neoliberalism is not the enemy of the state and nor does it genuinely ascribe to the simple opposition “state versus market,” very persuasive. Neoliberalism is, rather, about capturing and using the state to achieve pro-market changes across society. The neoliberal capture of the state has laid the ground for the financialization of capitalism. To be more accurate, financialization would have been impossible without the state. Globalization, on the other hand, is much more difficult to pin down either as force or as concept. There has certainly been growth of global commodity markets and considerable foreign direct investment during the last four decades, facilitating the internationalization of production. The most striking aspect of globalization, however, has been the explosion of financial markets and lending. Even foreign direct investment to a large extent refers to establishment of banking facilities abroad. Globalization, then, appears to me as a notable feature of the historical period of financialization.

The rise of financialization coincides with the deindustrialization process in the United States in the early 1970s. Do you see a link between the rise of financialization and the decline of industry? 

In historical terms, there is little doubt that financialization has been accompanied by lower rates of both accumulation and productivity growth. During this period, real accumulation has been plagued by difficulties, while financial accumulation has had explosive growth. Yet, I do not think that the difficulties of real accumulation are fundamentally due to the explosion of finance. They have deeper roots related to the “forces of production,” including new technologies in information and telecommunications, changing labor skills and new forms of corporate organization. In the course of financialization, the new “forces of production” have not contributed to dynamic and sustained expansion of real accumulation, but they have encouraged the explosive growth of finance.

I do not subscribe to the view that “good” industry is opposed to “bad” finance. Relations between the two are far more complex and nuanced, reflecting mutual dependence as well as opposition. I sympathize with Hilferding’s and Lenin’s classical Marxist approach to imperialism claiming that industrial and financial capital have developed a symbiotic relationship in advanced capitalism. At the same time, I do not find that during the period of financialization, industry and finance have melded together to form “finance capital,” i.e., the special form of capital that was thought to characterize the period of imperialism. Rather, contemporary industrial capital is increasingly independent of banking capital – certainly among large enterprises – and is able to finance investment out of retained profits. Yet, big business has become “financialized,” that is it engages in financial transactions on its own account with a view to extracting financial profit. The “financialization” of big business has affected its internal organization and its long-term investment strategies in negative ways.

While financial transactions have increased substantially in the past 30 or so years, the contribution of the finance industry to GDP is in single digits. Yet finance capital, as the subtitle of your book blatantly states, exploits the rest of society. What makes financial markets so inefficient and finance capital so exploitative?

Finance is an intermediary and does not, strictly speaking, contribute to the fresh flows of value. More than that, it currently makes a limited contribution to employment and thus to the standard measurement of GDP. In my view, this is related to the extraordinary role of new technologies that have transformed the operations of finance without commensurately expanding employment. Furthermore, the internal organization of the private banking firm and the mobilization of the labor of bank workers leaves a lot to be desired in terms of efficiency. The image of private finance being at the frontier of progress because it deploys new technology is deeply misleading – it operates inefficiently on the whole. Last, but far from least, what exactly is the commensurate benefit to society from placing highly skilled labor and expensive technology at the disposal of financial markets? What is the great benefit from being able to arbitrage and set derivatives prices in split seconds across the world?

The remarkable thing about finance, however, is that it is not simply inefficient but also exploitative in ways that industrial capital cannot be. It is a primordial capitalist activity that long predates the establishment of industrial capitalism and has retained its ancient predatory outlook. Finance can extract profits from any money income and stock of money – its profits are not limited to the fresh flows of value produced annually. During the past four decades, it has become expert at making zero-sum profits that involve transfers from one economic agent to another. Financial profits have become an incredible proportion of total profits – particularly in the USA for which we have relevant data. The exploitative outlook of finance in relation to households and individual workers is also evident. This is a characteristic feature of financialization and marks it out as a historical period in the development of capitalism.

In some of the literature on financialization, there are hints of the emergence of a particular class grouping with the power to shape the direction of mature capitalist economies in ways conducive to the interests of that social class. In post-Keynesian analysis, for example, financialization is based on the concept of the rentier, and the regulation of banks and the finance industry is seen as the only viable solution to avoiding future financial crises. Your financialization thesis, however, which draws its insights mostly from Marxist political economy, implies that what is going on is something more profound and with far more serious implications for policy making than the regulation remedy suggests. Could you elaborate on the question of class analysis and financialization from the perspective adopted in your book?

The rentier is a very old category found in Classical Political Economy, Keynesianism and other currents of thought, even in Marxism. The term essentially refers to a section of the capitalist class that does not engage in production but makes its money capital available for lending. Rentiers draw their remuneration primarily in the form of interest, which is part of the profit generated in production. It is natural to assume that this type of remuneration would create an opposition between the “functioning” capitalist and the rentier and between “good” industry and “bad” finance.

In my view, financialization does not represent the return of the rentier, if there ever was a period during which capitalism was dominated by rentiers. The financial system has grown enormously by mobilizing idle money across the face of society, not simply by drawing funds from a putative rentier section of the capitalist class. Moreover, financial profit – based on interest – accrues to broad social layers and not primarily to a rentier group. There is no persuasive evidence that contemporary capitalism is dominated by rentiers, and certainly not in the classical mold.

At the same time, the explosive growth of finance has led to profound changes in social stratification. Enormous incomes accrue to a thin layer of people associated with finance, but not necessarily through the lending of money or by making money capital available to accumulation in other ways. Instead, financial profits accrue due to the beneficiary’s function in relation to the financial system and often take the form of income from work, rather that payment for ownership of capital. Bonuses are the most egregious – but far from the only – form of such remuneration. There is an aspect of “rent” to such returns, but they derive in good part from function relative to the financial system rather than simply the ownership of money capital.

These modern rentiers, if we can call them that, rely on the state to maintain their ability to extract financial profit. Mere regulatory change would not dislodge them. They have positioned themselves pivotally in relation to policy making and actively shape it to serve their interests. It is far from accidental that the main concern of the US state in 2008-09 was to restore financial profits, which it did successfully. The ability of the state to control the issuing of legal tender and to mobilize tax revenues has been placed at the disposal of this group. Moreover, modern rentiers, precisely because they are not related to the classical ones, can make enormous profits even when the rate of interest is driven to zero by the central bank. This appears to be one of the great paradoxes of financialization, but the paradox disappears when financial profit is conceived in the way I am suggesting.

If regulation is an ill-conceived approach to deal with the problem of financialized capitalism, what other realistic alternative are there?

The period of financialization, contrary to what is often believed, has been characterized by a surfeit of regulation. It is true that there has also been extensive deregulation, mostly by removing controls on the level of interest, on the functional specialization of financial institutions, and on the international activities of finance. Lifting these controls has been instrumental to finance expanding enormously, both domestically and abroad. But at the same time there has been a great deal of fresh regulation of the activities of individual financial institutions, particularly of banks. The Basel Agreements, focusing on capital adequacy, are typical of this trend.

The characteristic feature of the new regulation is that it has been shaped by the financial institutions themselves, and its purpose has been to ensure the ability of the financial system to grow and extract profits. It has not contributed in the slightest to avoiding financial bubbles nor to imposing the costs of financial crises onto those responsible for them. On the contrary, contemporary regulation has led to society bearing the brunt of financial disasters, while private individuals associated with finance have reaped the benefits of expansion. Society has little to expect from more regulation of the type we have known for four decades now.

In confronting financialization, it is vital to start with the recognition that it does not represent “progress” in human affairs. Financialization does not amount to a socially productive expansion of the forces of production that could potentially benefit society, if it was brought under control through a series of bold measures and interventions. Financialization ought to be reversed. To this purpose, regulation alone is not enough, particularly when one bears in mind that financialization is a historical period of capitalism. Confronting it inevitably raises issues of ownership, but also of broader policy and social relations.

There is, of course, no question that regulatory controls ought to be applied to the international flows of capital as well as to the activities of banks. Regulatory controls must also be applied to interest rates. But it is clear that for such regulation to be effective, there must also be intervention in the sphere of international money to control exchange rates. If interest and exchange rates were controlled, a body blow would be delivered to financial markets, particularly derivatives markets. It is apparent, however, that this kind of intervention would be impossible without also expanding public ownership in the economy, including among financial institutions. I do not mean simply nationalizing banks, but introducing new public financial institutions that would operate on a communal and associational basis and would be democratically controlled and permeated by a spirit of public service. It follows that changes of this kind would go directly against the core of capitalist relations in society. Opposing capitalist relations would be vital to reversing the financialization of households, which clearly requires new methods of public provision in housing, education, health, pensions and so on. In short, reversing financialization is no less than reshaping economy and society in an anticapitalist direction. For me, it is an integral part of the struggle for socialism today.

Όταν το άδικο γίνεται νόμος…… Η λεηλασία των ταμείων ασφάλισης, αλλά και η μάχη της ανατροπής!

Λογότυπο ΕΠΑΜ

Γράφει ο Νικόλαος Τζαχρήστας*

028Όταν το άδικο γίνεται νόμος τότε η αντίσταση είναι ΙΕΡΟ καθήκον είναι ένα συχνό σύνθημα που γράφεται σε τοίχους και πανό. Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεται ο καθένας το άδικο αλλά είμαι σίγουρος πως ειδικά τα τελευταία χρόνια γίναμε συνένοχοι σε πολλές αδικίες.

Το παρόν κείμενο δεν θα είναι άλλο ένα γενικόλογο μανιφέστο αλλά θα μιλήσει για πράγματα που προσκρούουν στην κοινή λογική. Βέβαια και η κοινή λογική είναι υπό συζήτηση όταν εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες επιβράβευσαν αλλά και συνεχίζουν να επιβραβεύουν αυτούς που επιβάλλουν και κάνουν νόμο το άδικο. Τους συμπολίτες αυτούς εγώ τους ονομάζω μεταλλαγμένους νοητικά.

Μεταλλάχθηκαν από την χρόνια γαλούχηση και διαπαιδαγώγηση σε ένα περιβάλλον που το άδικο πάλι γινόταν νόμος αλλά τότε τα σκυλάκια(οι πολίτες) ήταν γύρω από το τραπέζι και έπαιρναν κάποιο κοκαλάκι παραπάνω.

Μεταλλαγμένοι γιατί στέκουν αμίλητοι, ανέκφραστοι και άπραγοι μπροστά στην δολοφονία των εαυτών τους, των παιδιών τους αλλά και της πατρίδας τους. Και σαν να μην έφτανε αυτή τους η απάθεια, επιβραβεύουν αυτούς που έχουν καταπατήσει κάθε έννοια του δικαίου.

Ένα από τα θέματα που θα έπρεπε να απασχολήσει όλους τους πολίτες κάθε ιδεολογικής απόχρωσης είναι το κατάντημα των ασφαλιστικών ταμείων και ειδικά του ΙΚΑ.

Η κοινωνική ασφάλιση είναι το ιερότερο σκέλος μιας κοινωνίας όπου στην συγκεκριμένη κοινωνία έχει χυθεί αίμα και κυβερνήσεις συντηρητικές για χρόνια ολόκληρα δεν τόλμησαν να την ακουμπήσουν.

Βασικά επιχειρήματα των μνημονιακών κυβερνήσεων για τις περικοπές συντάξεων, περικοπές στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την αύξηση των ορίων ηλικίας προς συνταξιοδότηση είναι ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν είναι βιώσιμα, ότι έγινε κούρεμα των τίτλων του Ελληνικού δημοσίου που κατείχαν και ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας «γερνάει».

Με την σειρά μου έχω να θέσω κάποιες ρητορικές ερωτήσεις έναντι αυτής της άθλιας επιχειρηματολογίας.

1) Ποιοι και με ποιο τρόπο χάραζαν τα τελευταία τουλάχιστον 50 χρόνια την πολιτική ασφάλισης;

2) Ποιοι διόριζαν τους γενικούς διευθυντές των ασφαλιστικών οργανισμών και ποιοι τους υπαγόρευαν τι οικονομική πολιτική θα ακολουθήσουν;

3) Ποιοι και για ποιο λόγο έδωσαν εντολή στα ασφαλιστικά ταμεία να αγοράσουν ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου γνωρίζοντας ότι τα οικονομικά του κράτους είναι τουλάχιστον αισχρά;

4) Ποιος ρώτησε τον Έλληνα ασφαλισμένο αν θέλει να επενδύσει τον ιδρώτα και το αίμα της ζωής του σε ένα σαθρό κράτος όπου ανέκαθεν εξυπηρετούσε ξένα συμφέροντα;

5) Ποια είναι η διαχρονική πολιτική που χάραξαν οι εναλλασσόμενες κυβερνήσεις για το φαινόμενο της γήρανσης του πληθυσμού;

6) Γιατί το βάρος της πολιτικής αποτυχίας τους να το πληρώσει ο Έλληνας εργαζόμενος και συνταξιούχος και δεν αναλαμβάνουν οι ίδιοι τις ευθύνες που τους αναλογούν στο ολόκληρο;

7) Γνωρίζουν ότι ανδρεία σημαίνει ότι ένας άνδρας αναλαμβάνει τις ευθύνες που του αναλογούν, αλλιώς αυτός δεν λέγεται άνδρας αλλά κλέφτης, ψεύτης, εγκληματίας και λωποδύτης;

8) Ποιοι μεγαλοκαρχαρίες χρωστούν τεράστια ποσά από εισφορές των εργαζομένων τους στο ΙΚΑ;

9) Ποιος είχε χαλαρούς τους ελεγκτικούς μηχανισμούς ώστε μερικοί πολίτες να βρίσκουν παράθυρα διάπλατα ανοιχτά και να εκμεταλλεύονται καταχρηστικά τα οικονομικά των ταμείων;

Η απάντηση σε όλες τις παραπάνω ερωτήσεις είναι μια και δεν παίρνει αμφισβήτηση.

Οι κυβερνήσεις του πα.σο.κ. και της ν.δ. χάραζαν την οικονομική πολιτική των ασφαλιστικών οργανισμών πάντα συγκυριακά και πάντα υπέρ των δικών τους παιδιών.

Με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται ότι εκείνοι οι πολιτικοί που διαχειρίζονταν ή είχαν την αρμοδιότητα των ασφαλιστικών οργανισμών δεν ήταν ανίκανοι,αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη λειτούργησαν εκ του πονηρού.

Ο εργάτης, ο υπάλληλος και οι συνταξιούχοι ήταν οι μόνοι που δεν έφταιξαν και δεν φταίνε. Άλλωστε άλλη μια επιχειρηματολογία των μνημονιακών κυβερνήσεων ότι και οι πολίτες πήραν μέρος στην διαπλοκή και την κατασπατάληση των χρημάτων των οργανισμών πέφτει στο κενό αν αναλογιστεί κανείς το ποσοστό τους μέσα στο σύνολο των ασφαλισμένων και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ήταν χαλαρώτατοι, πράγμα για το οποίο ευθυνόταν επίσης και οι κρατούντες την εξουσία.

Παρακολουθώντας κάποιες σπίθες αντίστασης που τείνουν να γίνουν φλόγες και πυρκαγιές, είδα να ξεπηδάνε στην επιφάνεια διάφορα δίκτυα αλληλεγγύης μέσα από μικρούς πολιτικούς σχηματισμούς, μέσα από στέκια αλληλεγγύης των πολιτών και μέσα από ευαισθητοποιημένους επαγγελματικούς κλάδους, προσφέροντας καθένας από την σκοπιά του το αντικείμενο της υπηρεσίας στο οποίο ειδικεύεται ή στο προϊόν το οποίο εμπορεύεται, συμπέρανα πως όλοι αυτοί με την συμπαράταξη όλων εμάς των απλών πολιτών μπορούμε να γίνουμε μια γροθιά που να εναντιωθεί στα σκληρά σαγόνια των μνημονιακών.

Των μνημονιακών οι οποίοι έχουν στα χέρια τους τις κατασταλτικές δυνάμεις, την νομοθετική εξουσία, την συμπαράσταση του μεγαλοεκδοτικού και βιομηχανικού συρφετού και κάτι επίσης πολύ σπουδαίο τα ΜΜΕ που τους δίνουν βήμα για να προπαγανδίσουν, να επιβάλλουν τις άνομες και αντισυνταγματικές πολιτικές τους και να εκφοβίσουν τον απλό πολίτη.

Μέσα σε αυτά τα δίκτυα αλληλεγγύης, ανακάλυψα κάποια νομικά δίκτυα που σε αυτήν την λαίλαπα προσπαθούν να προστατέψουν ανήμπορους οικονομικά πολίτες.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση των ασφαλιστικών ταμείων με τις μειώσεις των συντάξεων, τη μείωση της ασφαλιστικής κάλυψης και την αύξηση των ορίων ηλικίας, μπορούμε να αντισταθούμε νομικά και να διαπομπεύσουμε την παρούσα και όχι μόνο μνημονιακή κυβέρνηση στην Ελληνική, Ευρωπαϊκή και διεθνή δικαιοσύνη.

Φέροντας προσωπικά ασφαλιστικά στοιχεία ενός μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων και απαιτώντας από την δικαιοσύνη τον έλεγχο στα οικονομικά και διαχειριστικά των ασφαλιστικών οργανισμών, μπορούμε να ακυρώσουμε όλες τις αποφάσεις που πήραν οι μνημονιακές κυβερνήσεις για εμάς- χωρίς εμάς.

Με την αρωγή την δική μας ως ασφαλισμένων, αλλά και των επαγγελματιών νομομαθών, μπορούμε να επιτύχουμε τα δίκαιά μας αλλά και να συσπειρώσουμε τεράστιο αριθμό πολιτών προς την κατεύθυνση της κατεδάφισης όλου αυτού του θιάσου της μνημονιακής συμπολίτευσης.

Το εγχείρημα αυτό μπορεί να γίνει πράξη σε πολλά πεδία, όπως τα τιμολόγια της ΔΕΗ όπου επικαλούνται την δυσμενή οικονομικά θέση που βρίσκεται η δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού και όλοι θυμόμαστε τον ρόλο του κάθε διευθύνοντα συμβούλου, όπου διοριζόταν από την κάθε κυβέρνηση αλλά και των συνδικα(ληστών) της.

Χρόνια ολόκληρα φορολογούμαστε και παίρναμε ευρωπαϊκά κονδύλια για έργα υποδομών και για τον εκσυγχρονισμό του κρατικού μηχανισμού.

Η φορολογία που έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή δίνω στο κράτος για να έχω δωρεάν και ποιοτικές υπηρεσίες και προϊόντα δεν είχε ποτέ αποτέλεσμα στην Ελληνική κοινωνία.

Πότε είδες ένα νοσοκομείο που εκπληρώνει σε μια σύγχρονη κοινωνία τον ρόλο του.

Πότε είδες το εκπαιδευτικό σύστημα να είναι αυτό που αρμόζει στην ιστορία και στις προσπάθειες των Ελλήνων.

Πότε είδες αυτοκινητόδρομους και έργα υποδομής που να σέβονται την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια.

Πότε είδες δημόσιες υπηρεσίες να είναι άρτιες και να επιτυγχάνουν τον σκοπό για τον οποίο υπάρχουν.

Η απάντηση είναι ΠΟΤΕ.

Η μόνη μάχη που μπορεί να χαθεί είναι αυτήν που δεν θα δώσουμε ποτέ.

Και η μάχη αυτή δεν είναι μάχη γοήτρου ή μια οποιαδήποτε μάχη.

Είναι μάχη επιβίωσης για εμάς τους πατεράδες μας και των παιδιών μας.

Τα ευχολόγια των κοινοβουλευτικών αλλά και εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών σχηματισμών, δεν φτάνουν για να ανατρέψουν την καθημερινή δολοφονία των πολιτών.

Είναι σαν να μπει κάποιος ληστής μέσα στο σπίτι σου και τελικά να βρεθείς εσύ στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Δεν είσαι εσύ αυτός ο οποίος κακοδιαχειρίστηκε, υπεξαίρεσε και έκλεψε το κράτος.

Υπεύθυνοι είναι αυτοί.

Δίνοντας αυτήν την μάχη θα λάβει τέλος η συνενοχή σου και η απάθειά σου στα χρόνια της επίπλαστης ευημερίας.

Προτείνω λοιπόν το αυτονόητο, να αποδοθεί δικαιοσύνη με οποιοδήποτε τρόπο. Μην περιμένεις να αποδώσουν οι συνένοχοι της κατάντιας μας την δικαιοσύνη. Δεν τους συμφέρει και θα συνεχίσουν να σε δολοφονούν γιατί αυτός είναι ο σκοπός τους, γιατί αυτές τις εντολές έχουν πάρει.

Πολιτικοί σχηματισμοί, δίκτυα αλληλεγγύης των πολιτών αλλά και επαγγελματικών φορέων μπορούμε να τους κυνηγήσουμε και να τους διώξουμε.

Και όταν πλέον θα έχουν αφαιρεθεί αυτοί οι κακοήθης όγκοι από το πολιτικό προσκήνιο, θα μπορούμε να ελπίζουμε πάλι για ένα καινούριο κοινωνικό συμβόλαιο απαλλαγμένο εντελώς από το θλιβερό παρελθόν.

Ν. Τζαχρήστας είναι μέλος του ΕΠΑΜ του Πυρήνα Χαλκίδας

Αναρτήθηκε από Δημήτρης Κυπριώτης στις 1:16 μ.μ.

%d bloggers like this: